Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ Πρ. Διατάγματος 5/18-12-2012, ΦΕΚ Α΄ 24/ 17.1.13


Η ακόλουθη Αίτηση Ακύρωσης κατατέθηκε εμπρόθεσμα με αριθμό κατάθεσης 923 /21-2-2013.
           
           
            Ενώπιον του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας

                                               
 ΑΙΤΗΣΗ

       Α.- Των κάτωθι ιερομονάχων και μοναχών, εγγεγραμμένων στο Μοναχολόγιο της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου (συν. 16), απάντων κατοίκων της εν λόγω Ι. Μονής (Σκάλας Δήμου Ναυπακτίας Τ.Κ. 30300).

       1.- Νικόδημου Ανταλλόπουλου, 2.- Χριστοφόρου Γιαννόπουλου, 3.- Νεκτάριου Γκολιόπουλου (Ιδρυτικό μέλος) , 4.- Ιερώνυμου Δελημάρη (Ιδρυτικό μέλος), 5.- Παλαμά Δημητρέλλη, 6.- Ιουστίνου Καρανικόλα, 7.- Ρωμανού Κατραούρα, 8.- Ιερόθεου Κεφάλα, 9.- Κοσμά Κόκκαλη, 10.- Σπυρίδωνος Λογοθέτη (Ιδρυτικό μέλος), 11.- Θεολόγου Μακρή, 12.- Χερουβείμ Σακκούλη, 13.- Ευγένιου Σκουζή, 14.- Τιμόθεου Σμπούκη, 15.- Ιγνάτιου Σταυρόπουλου (Ιδρυτικό μέλος) και 16.- Βησσαρίωνος Χωραφά, απάντων κατοίκων Μονής.

       Β.- Των εκλεγμένων μελών του τελευταίου Ηγουμενοσυμβουλίου της Ι. Μονής (συν. 4) κατοίκων ομοίως ως άνω:

       1.- Ιερώνυμου Δελημάρη, ως Ηγούμενου, 2.- Νικόδημου Ανταλλόπουλου, ως μέλους Ηγουμενοσυμβουλίου, 3.- Ιουστίνου Καρανικόλα, ως μέλους Ηγουμενοσυμβουλίου και 4.- Ιγνάτιου Σταυρόπουλου, ως Γραμματέα Ηγουμενοσυμβουλίου.

       Γ.- Ευεργετών-χορηγών της Ι. Μονής:

       1.- Γεωργίου Βεντούρη, κατοίκου Αγ. Στεφάνου (Λ. Μαραθώνος 70) Τ.Κ. 145-65, 2.- Εμμανουήλ Καμπούρη, κατοίκου Ναυπάκτου (Καρακουλάκη 2) Τ.Κ. 303-00, 3.- Γεωργίου Κουβέλη, κατοίκου Χολαργού (Δαγκλή 13) Τ.Κ. 155-62 και 4.- Νικολάου Χωραφά, κατοίκου Ναυπάκτου (Βαρδακουλα & Κοζωνη)

       Δ.- Των Ενώσεων προσώπων και Συλλόγων:

       1.- «Συλλόγου Φίλοι του Μοναστηριού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου» (ίδρυση 1986), έδρα Τζαβέλλα 27, Τ.Κ. 300-00 Ναύπακτος, εκπροσωπουμένου δια του Προέδρου Νικολάου Χωραφά, κατοίκου Ναυπάκτου, οδός Βαρδακουλα & Κοζώνη, Τ.Κ. 303-00

       2.- «Αδελφότητος Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου» (ίδρυση 1990), έδρα Ναύπακτος, Τ.Κ. 303-00 εκπροσωπουμένου δια του Προέδρου Αρχιμ. Σπυρίδωνος Λογοθέτη, κατοίκου, Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως , Δ.Δ. Σκάλα Δήμου Ναυπακτίας Τ.Κ. 303-00.

       3.- «Εξωραϊστικού & Πολιτιστικού Συλλόγου Αγίων Πάντων Δενδροχωρίου Ναυπακτίας» (ίδρυση 1997), έδρα Αγριλια Μεσολογγίου, ΤΚ 302-00, εκπροσωπουμένου δια του Προέδρου Κωνσταντίνου Κορδάτου, κατοίκου Αγριλιά  Μεσολογγίου, Τ.Κ. 302-00.

       4.- «Αδελφότητος Παναγία η Ναυπακτιώτισσα» (ίδρυση 1998), έδρα Τζαβέλλα 27 Ναύπακτος, Τ.Κ. 303-00, εκπροσωπουμένου δια του Προέδρου Γεωργίου Κουβέλη, κατοίκου Δαγκλή 13, Χολαργός Τ.Κ.. 15562.

       5.-«Πολιτιστικού και Μορφωτικού Συλλόγου Βονώρτας, Αγία Κυριακή» (ίδρυση 2000), έδρα οδός Δ. Αγαπητού 10, Πάτρα Τ.Κ.262-25, εκπροσωπουμένου δια του Προέδρου Ιωάννη Πορφύρη, κατοίκου Πάτρας (Αργυροκάστρου 48) Τ.Κ. 262-24 και

6.- «Συλλόγου Αιτωλοακαρνάνων Αχαϊας, Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός» (ίδρυση 1926), έδρα Αγ. Ανδρέου 55 & Παπαρηγοπούλου, Τ.Κ. 262-21 Πάτρα, εκπροσωπουμένου δια του Προέδρου Ιωάννη Πορφύρη, κατοίκου Πατρών (Αργυροκάστρου 48) Τ.Κ. 262-24.

ΚΑΤΑ

Του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, που εδρεύει στην Αθήνα (Α. Παπανδρέου 37, Μαρούσι 15180) και εκπροσωπείται νόμιμα.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ

Του Προεδρικού Διατάγματος 5/18-12-2012 (ΦΕΚ Α΄ 24/17.1.13 περί διαλύσεως της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και συγχωνεύσεώς της, με την Ιερά Μονής Αμπελακιωτήσης της Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και καταστάσεώς της ως μετοχίου αυτής

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

[Α]. Μετά από διεργασίες, για τις οποίες θα γίνει πιο κάτω εκτενής λόγος, την 17η Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, το ανωτέρω Προεδρικό Διάταγμα.

Η εν λόγω «κανονιστική» πράξη ―που υπεγράφη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στις 18 Δεκεμβρίου 2012― έχει το ακόλουθο ουσιαστικό περιεχόμενο.

«Άρθρο 1. Διαλύεται η Ιερά Ανδρώα Κοινοβιακή Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Σκάλας Ναυπάκτου, της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, η οποία ιδρύθηκε με το Π.Δ. 601/1980 (ΦΕΚ Α΄ 160) και συγχωνεύεται με την Ιερά Μονή Αμπελακιωτίσσης της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και καθίσταται Μετόχι αυτής.

Άρθρο 2: Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος».

Στο προοίμιό του, το προσβαλλόμενο Π.Δ. 5/2013, επικαλείται για τη νομιμότητα της εκδόσεώς του μεταξύ άλλων και:

- τις διατάξεις του άρθ. 39 § 3 Ν. 590/1977, «περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (ΕτΚ Α 146),

- τις διατάξεις των άρθρων 2 περ. γ και 4 περ. δ του Κανονισμού της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος 39/1972, «περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ιερών Μονών και των Ησυχαστηρίων» (ΕτΚ Α 103),

- τη «σύμφωνη γνώμη του Επιχωρίου Μητροπολίτου της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου (αριθμ. πρωτ. 402/18−8−2011),

- την «έγκριση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, που δόθηκε στη Συνεδρία Μ/19−8−2011, της 154ης Συνοδικής Περιόδου»,

- την αριθμ. 184/2012 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόταση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Η έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως, υπήρξε αποτέλεσμα συστηματικής προσπάθειας και αμφίπλευρης συνεργασίας, μεταξύ αφενός μεν του άνω τοπικού Μητροπολίτη, ως εκπροσώπου της οικείας Ι. Μητροπόλεως, αφετέρου δε της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (ΔΙΣ) της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πλην όμως, τόσο με τις προηγηθείσες της εκδόσεως του άνω Π. Δ/τος διοικητικές ενέργειες των πιο πάνω εκκλησιαστικών αρχών, όσο και με την έκδοση, καθώς και με το περιεχόμενο, του ίδιου Π.Δ., ως κανονιστικής διοικητικής πράξεως, παραβιάσθηκε προδήλως σειρά διατάξεων του Συντάγματος αλλά και της κοινής διοικητικής διαδικασίας, όπως αναλυτικότερα θα εξηγήσουμε. Ειδικότερα:

[Β]. Με την υπ’ αριθμ. 4904/22.8.2011 απόφασή της, η ΔΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδος ενέκρινε την υπ’ αριθ. 403/18.8.2011 πράξη του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου κ. Ιεροθέου Βλάχου, «περί προτά­σεως εκδόσεως Προεδρικού Διατάγματος προς διάλυσιν του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου της συσταθείσης, δυνάμει του π.δ. 601/1980 (ΦΕΚ Α’ 160) Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου» της αυτής Ι. Μητροπόλεως, «περί συγχωνεύσεώς της μετά της Ιεράς Μονής Αμπελακιωτίσσης ... και καταστάσεώς της ως Μετοχίου της τελευταίας».

Ακολούθως, η ανωτέρω Πράξη της ΔΙΣ κοινοποιήθηκε, αφενός μεν υπ’ αυτής προς το Υπουργείο Παιδείας, «ώστε να εκκινήση την διαδικασίαν εκδόσεως του ανακλητικού Προεδρικού Διατάγματος», αφετέρου δε υπό του Μητροπολίτου Ναυπάκτου προς την ως άνω Ι. Μονή (αριθ. διαβιβαστικού 429/1.9.2011). Με την τελευταία μητροπολιτική πράξη διαβιβάστηκε προς την ίδια Ι. Μονή και η υπ’ αριθμ. 4905/22.8.2011 απόφαση της ΔΙΣ περί επιβολής του επιτιμίου της ακοινωνησίας και στα λοιπά μέλη της Αδελφότητας της Ι. Μονής, πέραν όσων ήδη επιτιμηθεί με την από 4-9-2007 συνοδική απόφαση.

[Γ]. Αιτιολογώντας η ΔΙΣ τη λήψη της 4904/2011 αποφάσεώς της, επικαλείται:

1. Ως προς το ιστορικό μέρος της υπόθεσης, ότι η Μονή:

- δεν εφάρμοσε σειρά αποφάσεων της ΔΙΣ περί την «αποκατά­στασιν της νομιμότητος και της κανονικής τάξεως» καθώς και «περί προειδοποιήσεως επιβολής εις βάρος της Αδελφότητος της Ι. Μονής διοικητικών και κανονικών μέτρων», και

- δεν εφάρμοσε τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας 685-686/2011, με τις οποίες, όπως σημειώνεται στο ανωτέρω έγγραφο της ΔΙΣ, «εκρίθησαν ως νόμιμοι», τόσο η έκπτωση του ιερομονάχου π. Σπυρίδωνος Λογοθέτη από τη θέση του καθηγουμένου της Μονής, όσο και «τον επιβληθέν δια της από 4.9.2007 Αποφάσεως της ΔΙΣ επιτίμιον ακοινωνησίας εις τα εκνό­μως εκλεγέντα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου της Ι. Μονής… καθ’ όσον κατά πρόδηλον παραβίασιν της ως άνω αποφάσεως του Συνοδικού Δικαστηρίου και του άρθρου 39 παρ. 5 εδαφ. 2 του ν. 590/1977 εξελέγη εκ νέου Ηγούμενος ο τιμωρηθείς δι’ εκπτώσεως εκ της Ηγουμενίας Ιερομόναχος κ. Σ.Λ.»,

Συνεπεία των ανωτέρω ―κατά την ίδια πάντοτε συνοδική απόφαση― το νομικό πρόσωπο της Μονής «κατ' ουσίαν παραμένει … πνευματικώς και κανονικώς ακέφαλον και δεν έχει νόμιμον διοίκησιν, διαχείρισιν και εκπροσώπησιν ως ΝΠΔΔ».

2. Ως νομική βάση της αποφάσεώς της:

- τις διατάξεις του άρθ. 39 § 3 Ν. 590/ 1977,«περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», (ΕτΚ Α’ 146/27-31.5.1977),

- τις διατάξεις των άρθρων 2 περ. γ’ και 4 περ. δ’ Καν. 39/1972, «περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ι. Μονών και των Ησυχαστηρίων», (ΕτΚ Α΄ 103),

- τους ι. κανόνες δ' και η’ της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, λθ’ των Αποστόλων, λδ’ της Πενθέκτης Συνόδου.

- το Π.Δ. 601/1980, «περί ιδρύσεως της Ι. Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου της Ι. Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου», (ΕτΚ Α' 160).

ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

ΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

[Α]. Οι επικαλούμενες από το προσβαλλόμενο Π.Δ. 5/2013 νομοθετικές διατάξεις, ορίζουν πιο συγκεκριμένα τα εξής:

Άρθ. 39 § 3 εδ. α΄ Ν. 590/1977: Η ίδρυσις νέων και η διάλυσις ή συγχώνευσις υφισταμένων Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος συντελείται δια προεδρικού διατάγματος, εκδιδομένου μετά σύμφωνον γνώμην του επιχωρίου Αρχιερέως και έγκρισιν της Δ.Ι.Σ., προτάσει του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Άρθ. 2 περ. γ΄ Κ. 39/1972: Ο Επίσκοπος έχει δικαίωμα συγχωνεύσεως ή ανασυστάσεως Ι. Μονών συνωδά τω άρθρω 33 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ωσαύτως, δύναται ο Επίσκοπος, ομοψήφω γνώμη των μελών της Αδελφότητος Ι. τινος Μονής ή Ησυχαστηρίου ή Αδελφότητος, να αιτήσηται παρά της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος την αναγνώρισιν της εν λόγω Αδελφότητος, ως Συνοδικής Σταυροπηγιακής Ι. Μονής αυτοτελούς, διακονούσης του λοιπού εις ευ­ρυτέραν εκκλησιαστικήν αποστολήν. Κατά τον αυτόν τρόπον ο Επί­σκοπος δύναται να προβή εις ίδρυσιν και νέας τινος Συνοδικής Σταυ­ροπηγιακής Ι. Μονής αυτοτελούς, συνωδά και τω άρθρω 33 του Ν.Δ. 126/1969, και τη παραγράφω α’ του παρόντος άρθρου.

Άρθ. 4 περ. δ΄ Κ. 39/1972: Διαλελυμέναι ή διαλυόμεναι Ι. Μοναί και συγχωνευόμεναι εις ετέρας αποτελούσι Μετόχια των προς ας συνεχωνεύθησαν Ι. Μονών.
[Β]. Με διατάξεις των χρονικά δύο τελευταίων Καταστατικών Χαρτών της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν.Δ. 126/1969, Ν. 590/1977) εξουσιοδοτήθηκε η Ι. Σύνοδος της Ιεραρχίας προς έκδοση κανονιστικών πράξεων, με αντικείμενο την ειδικότερη οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία των διαφόρων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων [ενδεικτικώς: ΟλΣτΕ 1584/1974, ΝοΒ 23 (1975) 235-238]. Με ενεργοποίηση των εξουσιοδοτικών διατάξεων των άρθρων 33 § 2 και 51 § 1 του ΝΔ 126/1969, η Ι. Σύνοδος ψήφισε και τον προδιαληφθέντα Κανονισμό 39/1972 (ΕτΚ Α 103), που διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το κράτος του ισχύοντος Ν. 590/1977 (άρθ. 67).
Σύμφωνα, περαιτέρω, με τη νομοθετική εξουσιοδότηση της § 4 του άρθ. 39 Ν. 590/1977: «Τα της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου και τα της διοικήσεως της Μονής καθορίζονται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου, συμφώνως προς τους ιερούς κανόνας, τας μοναχικάς παραδόσεις και τους νόμους του Κράτους, δι’ Εσωτερικού Κανονισμού, δημοσιευομένου δια του δελτίου ‘Εκκλησία’».
Η επανειλημμένη ενεργοποίηση της εξουσιοδοτήσεως αυτής, είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση άνω των 80 μοναστηριακών κανονισμών, οι οποίοι, αφού εγκρίθηκαν αρχικώς από τους κατά τόπους μητροπολίτες και ακολούθως από τη ΔΙΣ, τελικώς δημοσιεύθηκαν στο επίσημο δελτίο «Εκκλησία».
Με την έκδοση των ανωτέρω Εσωτερικών Κανονισμών, και μάλιστα με τη ρητή και ανεπιφύλακτη έγκριση των εκκλησιαστικών αρχών (Επιχωρίων Μητροπολιτών και ΔΙΣ), διαμορφώθηκε το ειδικό κανονιστικό καθεστώς (lex specialis) των μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος.
[Γ]. Όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση της αμέσως πιο πάνω διατάξεως της § 4 του άρθ. 39 Ν. 590/1977, ουδεμία έγκριση προβλέπεται των κανονισμών των μονών και από μη μοναστηριακές αρχές (Μητροπολίτες και ΔΙΣ), ως στάδιο της όλης διαδικασίας έγκυρης συντάξεως και εκδόσεώς τους. Η ίδια διάταξη, ως μόνο αρμόδιο όργανο για την έγκυρη έκδοση του Εσωτερικού Κανονισμού μίας Μονής, αναφέρει ρητώς το Ηγουμενοσυμβούλιο αυτής, και κανένα άλλο όργανο ή αρχή (εκκλησιαστική ή πολιτειακή).
Η ρύθμιση αυτή συμβαδίζει πλήρως με την § 6 του ίδιου άρθρου (Ν. 590/1977), που απαριθμώντας περιοριστικά (και όχι ενδεικτικά) το σύνολο των σχετικών με τις μονές της επαρχίας του αρμοδιότητες του τοπικού Μητροπολίτη, ορίζει ότι: «Ο Μητροπολίτης ασκεί επί των Ιερών Μονών της επαρχίας αυτού την κατά τους ιερούς κανόνες πνευματικήν εποπτείαν δια την κανονικήν μνημόνευσιν του ονόματος αυτού εν ταις ιεραίς ακολουθίαις, την χειροθεσίαν του Ηγουμένου, την έγκρισιν της κουράς των μοναχών, την ανάκρισιν των κανονικών παραπτωμάτων, την μέριμναν δια την κατά τους ιερούς κανόνας λειτουργίαν της Μονής και τον έλεγχον της νομιμότητος της οικονομικής διαχειρίσεως αυτής».
Πανομοιότυπο όμως είναι και το περιεχόμενο τού υπό τον τίτλο «Κανονικαί Δικαιοδοσίαι Επισκόπου» άρθρ. 6 § 1 Κ. 39/1972, διάταξη κατά την οποία: «Εκάστη Ι. Μονή διατελεί υπό την κανονικήν δικαιοδοσίαν του κατά τόπον Επισκόπου, όστις: α) μνημονεύεται εν πάσαις ταις Ι. Ακολουθίαις, β) ασκεί την ανωτάτην εποπτείαν πατρικώς και προστατευτι­κώς επί της Ι. Μονής και παρακολουθεί την ομαλήν κατά τους θείους και ι. κανόνας λειτουργίαν αυτής, γ) χειροθετεί τον εκλεγέντα Ηγούμενον, δ) εγκρίνει τας κουράς των μοναχών, ε) ανακρίνει τα κανονικά παραπτώματα των εν αυτή διαβιούντων και φροντίζει δια την άμε­μπτον αυτών βιοτήν, στ) ελέγχει την νομιμότητα της οικονομικής δια­χειρίσεως».
Εν προκειμένω, ούτε οι πιο πάνω διατάξεις προβλέπουν οποιαδήποτε μητροπολιτική ‘έγκριση’ των μοναστηριακών κανονισμών Συνεπώς, η όποια ανάμιξη του μητροπολίτη στη διαδικασία συντάξεως ή εκδόσεως ενός μοναστηριακού κανονισμού, από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται, τουλάχιστον ρητώς. Τυχόν προσφυγή στη λεγόμενη ‘κανονική δικαιοδοσία’ του μητροπολίτη για τη θεμελίωση (και) μίας τέτοιας εξουσίας αυτού επί των μονών, θα κατέληγε σε μία ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, με την επίκληση ενός υπερβολικά γενικόλογου και, μάλλον, προσχηματικού ‘επιχειρήματος’. Η γενικότητα και αοριστία του περιεχομένου του επιχειρήματος περί ‘κανονικής αρμοδιότητας του επισκόπου’, μπορεί τελικώς να επιτρέψει στην επισκοπική εξουσία κάθε μορφής επέμβαση - ακόμη και σε ζητήματα για τα οποία είτε δεν την προβλέπουν είτε ακόμη και την αποκλείουν οι ιεροί κανόνες.
[Δ]. Με ενεργοποίηση της περιεχόμενης στην § 4 του άρθ. 39 Ν. 590/1977 νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, εκδόθηκε και ο ‘Εσωτερικός Κανονισμός της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπακτίας’ [δημοσιεύθηκε στο δελτίο ‘Εκκλησία’, Παράρτημα του Τεύχους υπ’ αριθ. 23-24/1-15.12.1984, έτους ΞΑ’ (1984), σ. 43-53]. Η ίδια Μονή είχε ιδρυθεί λίγα έτη πριν, δυνάμει του Π.Δ. 601/5.7.1980, «περί ιδρύσεως Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος παρά τη θέσει Αγ. Τριάς της Κοινότητος Σκάλας της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου», (ΕτΚ Α’ 160/15.7.1980).
Όπως γίνεται κοινώς αποδεκτό, οι Εσωτερικοί αυτοί Μοναστηριακοί Κανονισμοί αποτελούν πηγές περισσότερο πολιτειακής προελεύσεως, δεδομένου ότι η κανονιστική αρμοδιότητα της Εκκλησίας έχει ως συνταγματικό θεμέλιο το άρθ. 43 § 2 Συντ. 1975 [Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ - Γ. ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Αθήνα ²2003, σ. 42· Ι. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Θεσσαλονίκη ²2011, σ. 11 επ.· ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Η κανονιστική αρμοδιότητα των διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας», ΕφΔΔ 1994, σ. 82]. Περαιτέρω, ως γνωστόν, είναι δυνατό το εξουσιοδοτούμενο όργανο να είναι και ΝΠΔΔ [Ε. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Αθήνα ¹³2010, τόμ. Ι, σελ. 58 επ.· Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα ²2008, σ. 163· Δ. ΤΟΜΑΡΑΣ, Η κανονιστική διοικητική πράξη, Αθήνα 2006, σ. 26 επ.].
Ως κανονιστική διοικητική πράξη, εκδιδόμενη βάσει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (και με θεμέλιο το 43 § 2 Συντ.), ο εσωτερικός κανονισμός της Μονής είναι, από την άποψη της τυπικής τους ισχύος, ισοδύναμος προς τους κανόνες που παράγονται από το νομοθετικό όργανο [ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, ό.π., σ. 60· ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα, ό.π., σ. 174], θεωρείται δε ‘ουσιαστικός νόμος’, διότι θεσπίζει αφηρημένους και γενικά δεσμευτικούς κανόνες συμπεριφοράς [Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Αθήνα 1997, σ. 73].
Συνέπεια της νομικής αυτής φύσεως και τυπικής ισχύος του μοναστηριακού κανονισμού, είναι η δυνατότητα να τροποποιεί ή καταργεί με το περιεχόμενό του άλλες, ίσης τυπικής ισχύος, διατάξεις, εφόσον έχουν διαφορετικό ή αντίθετο περιεχόμενο [όλως ενδεικτικώς: ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, ό.π., σ. 60]. Τούτο, πάντως, προκύπτει και από τον ειδικό (lex specialis) – μάλλον ειδικότατο - χαρακτήρα των διατάξεων κάθε μοναστηριακού κανονισμού, ως νομοθετικού κειμένου που τους επιτρέπει να κατισχύουν σε σύγκρουσή τους με διατάξεις χρονικώς προγενέστερες (lex posterior) ή γενικότερου περιεχομένου (lex generalis) [βλ. Κ. ΜΑΥΡΙΑΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα ²2002, σ. 209, με παράθεση των ερμηνευτικών αρχών (αξιωμάτων), που διασφαλίζουν την ιεραρχική, χρονική και λογική ενότητα της έννομης τάξης, ιδίως μεταξύ κανόνων της αυτής τυπικής δυνάμεως).
Όπως συναφώς παρατηρείται (ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, ό.π., σ. 175), εφόσον η ουσιαστική ισχύς των διοικητικών κανονιστικών πράξεων υψώνεται σε ισχύ τυπικού νόμου (43 § 2 εδ. β΄ Συντ.), ισχύουν όσα ισχύουν και για τους τυπικούς νόμους.
Κατά συνέπεια, οι μοναστηριακοί κανονισμοί, ως κανονιστικές διοικητικές πράξεις, μπορούν: (α) να καταργήσουν ή να τροποποιήσουν προγενέστερο τυπικό νόμο αλλά και προγενέστερη άλλη κανονιστική πράξη, (β) να καταργήσουν ή να τροποποιήσουν γενικότερο τυπικό νόμο αλλά και γενικότερη άλλη κανονιστική πράξη [ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, ό.π., σ. 175· Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σ. 110: «Οι κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται βάσει των §§ 2 και 4 άρθ. 43 Συντ. ... μπορούν να τροποποιούν και καταργούν τυπικούς νόμους και άλλες ισόκυρες πηγές δικαίου»].
Όπως υπογραμμίζουν ομόφωνα οι εκκλησιαστικολόγοι συγγραφείς, οι εκκλησιαστικοί κανονισμοί που εκδίδονται βάσει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, έχουν αυξημένη ισχύ ιδίως επί ζητημάτων αυτοδιοικήσεως [ΤΡΩΙΑΝΟΣ-ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, ό.π., σ. 43· ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, ό.π., σ. 12· Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Πορίσματα εκ της εκκλησιαστικής νομολογίας του ΣτΕ των ετών 1974-1978», Τόμος Τιμητικός του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1979, Αθήνα-Κομοτηνή 1979, σ. 552].
[Ε]. Με την επιφύλαξη των ανωτέρω, διαπιστώνουμε ότι, από τις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού της ανωτέρω Μονής, προκύπτουν οι εξής ειδικότεροι κανόνες δικαίου:
(α) Η Μονή ασκεί, μεταξύ άλλων, ιεραποστολική και φιλο-κοινωνική δραστηριότητα, με τη σύσταση και λειτουργία οικοτροφείων ή άλλων ιδρυμάτων ψυχικής καλλιέργειας της νεότητας, γηροκομείων, λοιπών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων (άρθ. 1 Εσωτερικού Κανονισμού Μονής, εφεξής: ΕΣΚΜ). Προς υλοποίηση των ανωτέρω, ορίζεται από το άρθ. 59 ΕΣΚ, ότι η Μονή δικαιούται να ιδρύει, συντηρεί και κατευθύνει πνευματικά κέντρα, οικοτροφεία, γηροκομεία, ορφανοτροφεία, νοσοκομεία και παντός είδους φιλανθρωπικά ιδρύματα. Λόγω των ιεραποστολικών της σκοπών, αυτή «δύναται να ονομάζεται και ‘Ιεραποστολικόν Κέντρον – Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου’, άπαντα δε τα υπό τον τίτλον αυτόν έγγραφά της θα υπογράφωνται και θα σφραγίζονται ως ακριβώς άπαντα τα έγγραφα της Ι. Μονής» (άρθ. 69 ΕΣΚΜ).
(β) Ο Μητροπολίτης εγκρίνει τις τροποποιήσεις του Κανονισμού, που εκάστοτε αποφασίζει η Ολομέλεια της Αδελφότητας (άρθ. 4, περ. ζ΄ ΕΣΚΜ).
(γ) Όργανα διοικήσεως της Μονής είναι: α) Ο Ηγούμενος, β) Το Ηγουμενοσυμβούλιο, και γ) η Σύναξη της Αδελφότητος (άρθ. 15 ΕΣΚΜ).
(δ) Ο Ηγούμενος, μεταξύ των άλλων αρμοδιοτήτων που έχει κατά την άσκηση των πνευματικών και διοικητικών του καθηκόντων, προτείνει στο Ηγουμενοσυμβούλιο την πρόσληψη Δοκίμων και την κουρά Μοναχών, στη δε Ολομέλεια της Αδελφότητος την προσαγωγή των αδελφών της Μονής στην ιεροσύνη (17 περ. α΄ ΕΣΚΜ).
(ε) Ο Ηγούμενος προΐσταται και διευθύνει τις συνεδρίες του Ηγουμενοσυμβουλίου και της Ολομέλειας της Αδελφότητας. Αν κωλύονται ο Ηγούμενος ή όλα τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου, προεδρεύει της Αδελφότητας ο πρώτος στην τάξη αδελφός, κωλυομένου δε τούτου ο επόμενος κοκ. (17 εδ. γ΄ ΕΣΚΜ).
(στ) Ο Τοποτηρητής, ως αντικαταστάτης του Ηγουμένου, προεδρεύει τόσο στο Ηγουμενοσυμβούλιο όσο και στην Ολομέλεια (17 εδάφ. ε΄ ΕΣΚΜ).
(ζ) Εφόσον στη Μονή εγκαταβιώνουν τουλάχιστον 5 αδελφοί, ο Ηγούμενος και τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου εκλέγονται από την Αδελφότητα. Διαφορετικά, ο Ηγούμενος διορίζεται από το Μητροπολίτη (17 εδάφ. στ΄, 18 εδ. β΄ ΕΣΚΜ).
(η) Η Αδελφότητα της Μονής εκδικάζει ανεκκλήτως τις ενστάσεις κατά του κύρους της εκλογής του Ηγουμένου (18 εδ. θ΄ ΕΚΚΜ).
(θ) Η Αδελφότητα της Μονής προστατεύει την τιμή και τη θέση κάθε αδικούμενου ή συκοφαντούμενου μέλους της, ιδίως του Ηγουμένου (19 ΕΣΚΜ).
(ι) Η Ολομέλεια της Αδελφότητας εκλέγει τον Ηγούμενο, με απαρτία τα 4/5 των μελών της (20 ΕΣΚΜ).
(ια) Η Ολομέλεια της Αδελφότητας εκλέγει το Ηγουμενοσυμβούλιο με μυστική ψηφοφορία (22 ΕΣΚΜ).
(ιβ) Το Ηγουμενοσυμβούλιο ασκεί την τρέχουσα διοίκηση της Μονής, πλην όσων ζητημάτων ανατίθενται ρητώς με τον Κανονισμό στην αρμοδιότητα της Αδελφότητας (23 ΕΣΚΜ).
(ιγ) Η Αδελφότητα της Μονής ασκεί και συμβουλευτικό έργο ως προς το Ηγουμενοσυμβούλιο. Η σύγκλησή της μπορεί να ζητηθεί τόσο από το ίδιο όσο και εγγράφως από τα μισά μέλη της Αδελφότητας. Στην περίπτωση αυτή, αν το Ηγουμενοσυμβούλιο παραλείψει να συγκαλέσει την Ολομέλεια της Αδελφότητας, αυτή συγκαλείται αυτοδικαίως, κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθ. 24 ΕΣΚΜ.
(ιδ) Η Αδελφότητα της Μονής είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίσει «άπαντα τα περί μεταβολής των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού» (29 και 34 εδ. δ΄ ΕΣΚΜ).
(ιε) Η Αδελφότητα εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμός της Μονής, πριν αυτός υποβληθεί στη Μητρόπολη δια τα κατ’ αυτήν (29 ΕΣΚΜ).
(ιστ) Η Αδελφότητα συγκροτείται από όλους τους μοναχούς και ιερομονάχους της Μονής, πλην των δοκίμων αδελφών (34 ΕΣΚΜ).
(ιζ) Η Αδελφότητα «έχει αρμοδιότητα δια παν έτερον θέμα μη προβλεπόμενον υπό του παρόντος» Κανονισμού (άρθ. 34 εδ. ε΄ ΕΣΚΜ).
(ιη) Η μετατροπή της Μονής σε Μετόχιο προϋποθέτει συναίνεση της ενισχυμένης πλειοψηφίας των τριών τετάρτων (3/4) «του γενικού συνόλου των μελών της Αδελφότητος» (62 εδ. γ ΕΣΚΜ).

[ΣΤ]. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο των διατάξεων του Εσωτερικού Κανονισμού, καταλήγουμε στις εξής συμπερασματικές κρίσεις:
(1) Ως ανώτατο αλλά και διαρκές όργανο της Μονής, εξοπλισμένο με ισχυρότατο ‘τεκμήριο αρμοδιότητας’ επί παντός διοικητικού ζητήματος, αναγνωρίζεται η Ολομέλεια της Αδελφότητας αυτής (άρθρα 15, 34 εδ. ε΄ ΕΣΚΜ). Επί μείζονος σημασίας ζητημάτων, ο Ηγούμενος και το Ηγουμενοσυμβούλιο προτείνουν σχετικώς στην Ολομέλεια, και αυτή, ως ύπατο όργανο, αποφασίζει (ενδεικτικώς: προσαγωγή των αδελφών της Μονής στην ιεροσύνη: 17 περ. α΄ Κ. – ανέκκλητη εκδίκαση ενστάσεων κατά του κύρους της εκλογής του Ηγουμένου: 18 εδ. θ΄ Κ. – εκλογή Ηγουμένου με απαρτία των 4/5 των μελών της: 20 Κ. – εκλογή Ηγουμενοσυμβουλίου με μυστική ψηφοφορία: 22 Κ. - έγκριση ετήσιου προϋπολογισμού της Μονής: 29 ΕΣΚΜ, κ.λπ.).
Συνεπώς, ακόμη και εάν ελλείπουν τα τρέχοντα διοικητικά όργανα της Μονής (Ηγούμενος και Ηγουμενοσυμβούλιο), η διοίκηση, διαχείριση και λειτουργία αυτής διεξάγεται ομαλώς, νομίμως και κανονικώς, από την ίδια την Ολομέλεια της Αδελφότητας της Μονής [πρβλ. ΣτΕ 270/2009: «η από 4-9-2007 απόφαση της ΔΙΣ … είχε ως συνέπεια... την περιέλευση όλων των ζητημάτων διοικήσεως της Ι. Μονής, προσωρινώς και μέχρι την εκλογή ηγουμένου και την συγκρότηση ηγουμενοσυμβουλίου, στην Ολομέλεια της Αδελφότητας (βλ. άρθρο 34 περ. ε΄ Εσωτερικού Κανονισμού»].
Ας προστεθεί, εν προκειμένω, ότι δυνάμει των αποφάσεων 2/1-5-2009, 12/30-12-2009 11/30-11-2010, 10/28-11-2011 της πιο πάνω Ολομέλειας, διορίσθηκε ειδική Τριμελής Επιτροπή, με αντικείμενο την άσκηση καθηκόντων του Ηγουμενοσυμβουλίου, προσωρινώς και μέχρι να εκλεγούν ο νέος ηγούμενος και το ηγουμενοσυμβούλιο, συγκροτηθούν σε σώμα και αναλάβουν τα σχετικά διοικητικά τους καθήκοντα.
(2) Σε μόνη την Ολομέλεια της Αδελφότητας, ως ανώτατο όργανο διοικήσεως της Μονής, αναγνωρίζεται και:
(α) το δικαίωμα αποφάσεως περί οποιασδήποτε τροποποιήσεως του Εσωτερικού Κανονισμού (για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η τροποποίηση νοείται και ως ευρεία, ήτοι ως πλήρης αντικατάσταση όλου του Κανονισμού: 29 και 34 εδ. δ΄ Κ.). Επισημαίνεται, ότι κάθε τροποποίηση του Κανονισμού δεν αποφασίζεται από το Μητροπολίτη αλλά την Αδελφότητα της Μονής, εκείνος δε απλώς εγκρίνει (: 4, περ. ζ΄ Κ).
(β) το ‘τεκμήριο αρμοδιότητας’ για τη λήψη αποφάσεως ως προς οποιοδήποτε μη ρητώς προβλεπόμενο από τον Κανονισμό θέμα (: 34 εδ. ε΄ Κ.), άρα και για το μείζον ζήτημα περί της τυχόν διαλύσεως-συγχωνεύσεως του νομικού προσώπου της Μονής.
) η απόφαση περί μετατροπής της Μονής εις Μετόχιο άλλης (ρητώς: 62 εδ. γ΄ Κ.), η οποία προϋποθέτει - ως μείζονος σημασίας απόφαση για τη νομική υπόσταση και το μέλλον της Μονής - απαραιτήτως συναίνεση της πλειοψηφίας των τριών τετάρτων (3/4) του όλου αριθμού των μελών της Αδελφότητος. Όπως είναι προφανές, η απόφαση αυτή είναι ταυτόσημη με την ανωτέρω περί διαλύσεως-συγχωνεύσεως του νομικού προσώπου της Μονής, την οποία λογικώς και διαδικαστικώς προϋποθέτει.
[Ζ] Πέραν των αμιγώς μοναστικών-πνευματικών της λειτουργιών, η Μονή ασκεί και μία εκ του καταστατικού της οριζόμενη ευρεία κοινωφελή-φιλανθρωπική δραστηριότητα, προς όφελος της νεολαίας ή ευπαθών κοινωνικών ομάδων των κατοίκων της περιοχής (πτωχών, ηλικιωμένων, ανέργων κ.λπ.). Η Μονή, άρα, αποτελεί εκ παραλλήλου και μη κερδοσκοπικό νομικό πρόσωπο με κοινωφελή σκοπό και δράση, λόγος, άλλωστε, και για τον οποίο η πλήρης αυτής ονομασία παρίσταται ως «Ιεραποστολικόν Κέντρον – Ι. Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου» (: άρθ. 69 ΕΣΚΜ). Ωστόσο, επί του εν λόγω καίριου ζητήματος, έχει σε ανώτατο επίπεδο νομολογηθεί από την Αρείου Πάγου 385/1992, ότι οι θρησκευτικοί σκοποί τους οποίους επιδιώκουν οι μονές είναι και ‘κοινωφελείς’, υπό την έννοια του άρθ. 1 Α.Ν. 2039/1939, που ορίζει ότι ‘κοινωφελής’ είναι ο επωφελής, ολικά ή μερικά, στο κοινωνικό σύνολο σκοπός [ΑΠ 385/1992, ΝοΒ 41 (1993) 874].
Το ανωτέρω όμως γεγονός, καθιερώνει, σύμφωνα με την ίδια αρεοπαγιτική απόφαση, σχετική συναρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών, που υποχρεούται να μεριμνά για την πιστή εκτέλεση των επιδιωκόμενων κοινωφελών σκοπών. Βλ. ΑΠ 385/1992, ΕφΑθ 3990/2009, ΕλλΔνη 51 (2010) 233, 251 - ΑΠ 1929/2008, ΤΝΠ ‘ Νόμος’ 476337 - ΑΠ 1245/1991, ΕΕΝ 1993, σ. 53. Σύμφωνα, μάλιστα, με την ΔΕφΠειρ 1232/1985 [Αρμ. 40 (1986) 464], η επιδίωξη κοινωφελών σκοπών πρέπει να προκύπτει «τόσον εκ του καταστατικού των (νομικών προσώπων), όσον και εκ της εν γένει δραστηριότητός των, ήτοι εκ πραγματικών περιστατικών και γεγονότων, αποδεικνυόντων έργον επωφελές δια το κοινωνικόν σύνολον ή μέρος αυτού, χωρίς ν’ απαιτείται, του νόμου μη διακρίνοντος, αποκλειστική ενασχόλησις του νομικού προσώπου με κοινωφελή έργα».
Τέλος, έχει ιδιαίτερη σημασία να υπογραμμισθεί ότι, λόγω της σημασίας τους για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και το εν γένει δημόσιο συμφέρον, οι κοινωφελείς σκοποί προστατεύονται ιδιαιτέρως από το ίδιο το Σύνταγμα [βλ. Φ. ΒΕΓΛΕΡΗΣ, «Η συνταγματική προστασία των διαθηκών και δωρεών υπέρ κοινωφελών σκοπών», Σύμμεικτα εις μνήμην Αλεξάνδρου Σβώλου, Αθήναι 1961, σ. 495-553· ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδοθεί, εν προκειμένω, στην απόφαση της ΟλΑΠ 41/2005 [ΕλλΔνη 2005, σ. 1051 επ. – Αρμ. 2005, σ. 1720], που έκρινε ότι ρύθμιση σύμφωνα με την οποία η περιουσία μη κερδοσκοπικού νομικού προσώπου περιέρχεται υποχρεωτικά, μετά τη διάλυσή του, σε άλλο ομοταγές νομικό πρόσωπο, παραβιάζει ευθέως τα άρθρα 12 (δικαίωμα συνεταιρίζεσθαι) και 17 (προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας) του Συντάγματος].
[Ζ]. Από την εμπεριεχόμενη τόσο στην απόφαση του τοπικού μητροπολίτη όσο και σε αυτήν της ΔΙΣ αιτιολογία, διαπιστώνουμε ότι τα εν λόγω διοικητικά όργανα δεν επικαλούνται προς λήψη του επαχθέστατου μέτρου της διαλύσεως-συγχωνεύσεως της ενδιαφερομένης Μονής, τυχόν αντικειμενική αδυναμία οργανώσεως, διοικήσεως ή λειτουργίας αυτής (όπως, ενδεχομένως, θα ήταν η λειψανδρία, ερήμωση ή εγκατάλειψη της Μονής, μολονότι πολλές εγκαταλελειμμένες Μονές ουδέποτε διαλύθηκαν ως νομικά πρόσωπα ή συγχωνεύτηκαν προς άλλες) αλλά σε αποδοκιμαζόμενη - κατά την κρίση πάντοτε των ίδιων οργάνων – συμπεριφορά των μελών της Αδελφότητας [βλ. για παράδειγμα την εκτενή αναφορά στις προηγηθείσες αποφάσεις των λεγόμενων ‘εκκλησιαστικών δικαστηρίων’, η συνταγματικότητα πάντως των οποίων ως ‘δικαιοδοτικών οργάνων’ είναι προ πολλού έντονα αμφισβητούμενη από τη νομική επιστήμη, βλ. ενδεικτικώς: Δ. ΛΑΖΑΡΙΜΟΣ, «Τα εκκλησιαστικά δικαστήρια δεν είναι δικαστήρια», ΝοΒ 8 (1960) 1257-1259].
Πρόκειται, συνεπώς, για μία κατ’ επίφασιν απλή διοικητική απόφαση, κατ’ ουσίαν, δηλαδή για μία προφανέστατη διοικητική ποινή - διοικητική κύρωση σε βάρος της Μονής και της Αδελφότητας αυτής.
Όπως όμως παρατηρείται [ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, ό.π., σ. 421-422], οι διοικητικές ποινές (ή κυρώσεις) επιβάλλονται από τη Διοίκηση εφόσον υπάρχει εύλογη σχέση μεταξύ αυτών και των επιδιωκόμενων νόμιμων σκοπών (αρχή της αναλογικότητας).
Και τούτο διότι η επιβολή διοικητικών ποινών ενέχει σοβαρούς κινδύνους αυθαιρεσίας εις βάρος των διοικουμένων, τα δε λαμβανόμενα μέτρα δεν πρέπει να υπερβαίνουν το «αυστηρώς απαραίτητο μέτρο»· διαφορετικά, η τυχόν παράνομη άσκηση διοικητικού καταναγκασμού δημιουργεί δικαιώματα αποζημίωσης των διοικουμένων που ζημιώθηκαν από αυτόν, και μπορεί να θεμελιώσει την ποινική ευθύνη του αρμόδιου υπαλλήλου [ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εγχειρίδιο, ό.π., σ. 118, πρβλ. Α. ΤΑΧΟΣ, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, Θεσσαλονίκη 92008, σ. 575].
Είναι προφανές, ότι η διάλυση-συγχώνευση μονής, στην οποία εγκαταβιώνει μία πολυμελής και δραστήρια Αδελφότητα νέων και μορφωμένων μοναχών, δεν πληροί ούτε τις ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις, αποτελώντας έσχατο μέτρο ακόμη και για εκείνες τις μονές οι οποίες είτε έχουν από χρόνια εγκαταλειφθεί είτε η συνέχιση της επιβίωσής τους έχει καταστεί (για οικονομικούς ή άλλους λόγους) αντικειμενικώς αδύνατη.
[Η]. Ως γνωστόν, απόρροια του ευρύτερου δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας (άρθρ. 13 Συντ.) αποτελεί, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα των πιστών κάθε ‘γνωστού’ θρησκεύματος περί συστάσεως νομικών προσώπων θρησκευτικών σκοπών (μονών, ναών, σωματείων, ιδρυμάτων, αστικών εταιρειών κ.λπ.), τα οποία αυτοδιοικούνται στα πλαίσια των εσωτερικών τους κανονιστικών διοικητικών θεσμών [ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, ό.π., σ. 83-84 (: δικαίωμα του ‘συνεταιρίζεσθαι για θρησκευτικούς σκοπούς’ ή της ‘θρησκευτικής συνενώσεως’), οι οποίοι, επισημαίνοντας τη γενικότερη σημασία του εν λόγω δικαιώματος, εύστοχα υπογραμμίζουν ότι «χωρίς αυτό το δικαίωμα ‘αυτοδιοικήσεως’, που σημειωτέον καλύπτει όχι μόνον την κοινότητα ως σύνολο, αλλά και τις βασικές (σύμφωνα με το δίκαιό της) διοικητικές υποδιαιρέσεις, παραμένει ανενεργό το όλο ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας» (σ. 84)].
Πλην του άρθ. 13 Συντ., τα ανωτέρω δικαιώματα προστατεύονται παράλληλα και από το άρθρ. 9 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ). Εν προκειμένω, το δικαίωμα συστάσεως αυτοδιοικούμενων θρησκευτικών νομικών προσώπων προστατεύεται κυρίως από το άρθρ. 9, επικουρικώς δε και από το άρθ. 11 (ελευθερία της συνένωσης) ΕΣΔΑ [Γ. ΚΤΙΣΤΑΚΙΣ, Θρησκευτική ελευθερία και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Αθήνα 2004].
Ως ιδιαιτέρως αξιόλογη, ποσοτικά και ποιοτικά, πρέπει να θεωρείται η νομολογία του ΕΔΔΑ επί ζητημάτων προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας φυσικών ή νομικών προσώπων. Θεμέλιο προστασίας στην περίπτωση αυτή είναι το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Πέραν της λοιπής, γενικότερου χαρακτήρα, νομολογίας για την προστασία της ιδιοκτησίας [ενδεικτικώς Cases: Sporrong & Lönnroth vs Σουηδίας (23.9.1982) – Λοϊζίδου vs Τουρκίας (23.3.1995) – Παπαμιχαλόπουλος κλπ vs Ελλάδας (24.6.19932) – Lithgow κ.λπ. vs Ηνωμένου Βασιλείου (8.7.1986) – Κατικαρίδης κ.λπ. vs Ελλάδας (24.10.1996) – Παπαχελάς vs Ελλάδας (25.3.1999) – Ιατρίδης vs Ελλάδας (24.10.1996), και πολλές άλλες], βλ. ακόμη τις αποφάσεις επί των υποθέσεων:
- Ι. Μονές κατά Ελλάδος [10/1993/405/483-484/9-12-1994· ΝοΒ 44 (1996) 287 επ.], με την οποία καταδικάστηκε η Ελλάδα, διότι κρίθηκε ότι η εφαρμογή των διατάξεων των Ν. 1700/1987, «Ρύθμιση θεμάτων εκκλησιαστικής περιουσίας» (ΕτΚ Α’ 61) και 1811/1988, «Κύρωση της Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ι. Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος» (ΕτΚ Α΄ 231), οδηγούσαν σε αυθαίρετη και χωρίς συναίνεση αυτών στέρηση της ιδιοκτησίας των Ι. Μονών – ‘ιδρυμάτων με σημαντικό κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό έργο’, όπως παρατηρούσε το Στρασβούργο.
- Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά Τουρκίας [προσφυγή 14340/05, απόφαση της 8-7-2008· Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου 28 (2008) 725-727· Νομοκανονικά 1/2009, 71-91], νομολογώντας ότι η στέρηση της ιδιοκτησίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αποτελούσε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ως αυθαίρετη αφαίρεση προστατευόμενης από την ΕΣΔΑ περιουσίας νομικού προσώπου.
Συνεπώς, το προσβαλλόμενο Προεδρικό Διάταγμα και οι υπό κρίση αποφάσεις του Μητροπολίτη και της ΔΙΣ παραβιάζουν ευθέως:
(α) το δικαίωμα αυτοδιοικήσεως του ΝΠΔΔ της Ιεράς Μονής, βάσει του Εσωτερικού της Κανονισμού και των ιδικών της διοικητικών οργάνων, όπως τούτο εντάσσεται στο ευρύτερο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας (13 Συντ. - 9 ΕΣΔΑ), και
(β) το δικαίωμα της Μονής και της Αδελφότητας αυτής στην ειρηνική απόλαυση και μη στέρηση της ιδιοκτησίας του νομικού της προσώπου, όπως το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρ. 17 Συντ., κυρίως όμως από το άρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
[Θ]. Ως γνωστόν, η συνταγματικώς κατοχυρωμένη – ήδη με την αναθεώρηση του έτους 2001 - αρχή της αναλογικότητας (25 § 1, εδ. δ΄ Συντ.), αποτελεί σήμερα μία από τις πλέον σημαντικές αρχές οριοθετήσεως και περιορισμού της δράσεως της Δημοσίας Διοικήσεως. Ο εννοιολογικός πυρήνας της αρχής επιτάσσει ώστε, κάθε επαχθές μέτρο το οποίο λαμβάνεται από τη Διοίκηση σε βάρος των διοικουμένων, να διακρίνεται από ορισμένα κρίσιμα χαρακτηριστικά, όπως :

- να είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού,

- να τελεί σε μία εύλογη σχέση ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, και

- μην προκαλεί στο διοικούμενο βλάβη δυσανάλογη, σε σχέση με την επιδιωκόμενη από τη λήψη του μέτρου, δημόσια ωφέλεια.
Η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει στη Διοίκηση την επιβολή του αναγκαίου, και μόνον, μέτρου στους περιορισμούς των συνταγματικών δικαιωμάτων. Η Πολιτεία υπέχει συνταγματική υποχρέωση να προσανατολίζεται κατά την πραγματοποίηση των θεσμικών της επιδιώξεων στην επιλογή εκείνου του νόμιμου και αποτελεσματικού μέσου, που συνεπάγεται την αναλογικά μικρότερη επιβάρυνση στις ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα των διοικουμένων. Ή, όπως γλαφυρά έχει ειπωθεί, «η αστυνομία να μην βάλλει κατά των σπουργιτιών με κανόνια» [Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, ό.π., σ. 90· από την λοιπή πλουσιότατη βιβλιογραφία, βλ. ιδίως: Σ. ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗΣ, Η αρχή της αναλογικότητας, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 16 επ.· Δ. ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΑ-ΘΕΟΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Η αρχή της αναλογικότητας στο εσωτερικό δημόσιο δίκαιο, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 25 επ. Από το επιστημονικό αφιέρωμα του περιοδικού ‘Δικαιώματα του Ανθρώπου’ με τίτλο ‘Κράτος Δικαίου και Αρχή της Αναλογικότητας’, Αθήνα 2005-2006, βλ. ιδίως: τόμ. Ι, Φ. ΔΩΡΗΣ, «Η αρχή της αναλογικότητας στη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων» (σ. 25-77) – Κ. ΓΩΓΟΣ, «Πτυχές του ελέγχου αναλογικότητας στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας» (σ. 299-320), και τόμ. ΙΙ: Η. ΚΑΣΤΑΝΑΣ, «Η αρχή της δίκαιης ισορροπίας στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» (σ. 215-267)].
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η αρχή της αναλογικότητας - απορρέοντας η ίδια από την θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου - θέτει αυστηρά όρια στην άμετρη ή υπερβολική προσβολή συνταγματικών δικαιωμάτων φυσικών ή νομικών προσώπων (όπως λ.χ. είναι το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας ή της απολαύσεως της ιδιοκτησίας), εξαιτίας της διοικητικής δράσεως. Δεν είναι, συνεπώς, απορίας άξιο, που η αρχή αυτή γνώρισε και συνεχίζει, με αυξανόμενη συχνότητα, να γνωρίζει πλουσιότατη νομολογιακή εφαρμογή από το Συμβούλιο της Επικρατείας (δικαιοδοτικό όργανο ελέγχου της δημόσιας διοικήσεως), τα άλλα (διοικητικά, αστικά ή ποινικά) δικαστήρια της χώρας μας, καθώς και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι ιδιαίτερη ευαισθησία στην εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας έχει να επιδείξει το Ε’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως αρμόδιο για το συνταγματικό έλεγχο των υπό επεξεργασία προεδρικών διαταγμάτων. Κατά την πρακτική που είχε επικρατήσει, n επεξεργασία των διαταγμάτων από το ΣτΕ αφορά άμεσα τη νομιμότητα της υπό έκδοση κανονιστικής πράξεως (‘νομιμότητα’ με την ευρεία έννοια του όρου, που περιλαμβάνει και τη συνταγματικότητα και τη μη αντίθεση προς το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή την ΕΣΔΑ· βλ. ad hoc ΣτΕ 1433/2002 (Ε΄ Τμήμα), υπόθεση στην οποία η Γενική Διεύθυνση Θρησκευμάτων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ζήτησε από την Δ.Ι.Σ. την επανεξέταση του θέματος διαλύσεως και συγχωνεύσεως ορισμένης Μονής της μητροπόλεως Αττικής «για λόγους νομιμότητος».
Ιδιαιτέρως σημαντική κρίνεται η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στο πλαίσιο της κυρωτικής αρμοδιότητας της Διοίκησης, δεδομένου ότι η διοικητική αυτή λειτουργία συχνά συνεπάγεται έντονη ή και ακραία προσβολή των ατομικών δικαιωμάτων. Για το λόγο αυτό, θα έπρεπε οι κυρωτικής φύσεως διοικητικές αποφάσεις να τίθενται προηγουμένως υπό την κρίση της τακτικής δικαιοσύνης, στο πλαίσιο της εγγυητικής ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα λειτουργίας της τελευταίας.
Σε προηγούμενη σελίδα εκτέθηκαν οι προφανείς λόγοι για τους οποίους η απόφαση της ΔΙΣ, υπό το πρόσχημα μίας απλής διοικητικής αποφάσεως, δεν συνιστά παρά μία ακραία μορφή κολασμού, υπό τον προσχηματικό μανδύα της «κανονιστικής ‘διοικητικής πράξεως». Για το λόγο αυτό, η ίδια συνοδική απόφαση, επιβάλλοντας κατ’ ουσίαν μία εξοντωτική διοικητική κύρωση-ποινή, χαρακτηρίζεται από ένα σοβαρότατο έλλειμμα νομιμότητας, που περαιτέρω συνιστά κατάφωρη παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Πρόκειται για βαρύτατη κύρωση, χωρίς μάλιστα τη συνταγματική εγγύηση της δικαστικής κρίσης, που έχει ως αποτέλεσμα οι διοικούμενοι (Μονή και μέλη της αδελφότητας) να υπόκειται σε ακραίο και δυσανάλογο διοικητικό κολασμό.
            Το γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 39 παρ. 3 του ν. 590/77 δεν περιλαμβάνει ειδικώτερες διακρίσεις για την διάλυση-συγχώνευση Μονών, δεν σημαίνει ότι η μεταβολή αυτή επιτρέπεται να επέλθει και για οποιονδήποτε υποκειμενικό λόγο, κατ’ αρέσκειαν και κατ’ ελευθέραν επιθυμίαν του οικείου Μητροπολίτη και, πάντως, δεν σημαίνει ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διοικητική ποινή για πράξεις και συμπεριφορές οι οποίες -κι αν συνέτρεχαν- αντιμετωπίζονται με κυρώσεις που προβλέπονται από άλλες διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας. Επομένως η προσβαλλομένη έχει εκδοθεί καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδοτήσεως εκ του ανωτέρω άρθρου 39 παρ. 3 ν. 590/77, καθώς η διάταξη αυτή παρέχει εξουσιοδότηση προς διάλυση-συγχώνευση, μόνον υπό την προϋπόθεση της υπάρξεως διαρκούς αδυναμίας λειτουργίας της Μονής εκ λόγων αντικειμενικών, όπως αυτό συμβαίνει όταν εξέλιπαν τα μέλη της Αδελφότητος ή αυτά μειώθηκαν κάτω ενός ορισμένου αριθμού ή όταν η Μονή ερημώθηκε για οποιονδήποτε λόγο. Αντιθέτως εκ της διατάξεως αυτής δεν παρέχεται εξουσιοδότηση προς διάλυση-συγχώνευση όταν διαπιστώνονται ορισμένα παραπτώματα ή οικονομικές αταξίες και προς διοικητική τιμωρία αυτών (διοικητική κύρωση), μη επιτρεπομένου όπως η κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση προσλάβει ατομικό χαρακτήρα.
Εν πάση περιπτώσει, το προσβαλλόμενο διάταγμα, εκδοθέν κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 590/77 (άρθρο 39 παρ. 3), στηρίζεται στην κατά τα άνω σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτου της Ι. Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και την έγκριση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (154/19.8.11). Εις τα έγγραφα αυτά γίνεται μνεία, προς δικαιολόγηση της διαλύσεως-συγχωνεύσεως: α) κανονικών παραπτωμάτων μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής και β) της επί σειρά ετών μη αποστολής βιβλίων και στοιχείων προς την Μητρόπολη Ναυπάκτου προκειμένου να ασκηθεί ο έλεγχος της οικονομικής διαχειρίσεως της Μονής.
            Όμως τα ανωτέρω περιστατικά είναι αναληθή, για τον λόγο δε αυτόν έχει ήδη κατατεθεί η από 29.1.13 μηνυτήρια αναφορά (κατά του ως άνω Μητροπολίτη) ενώπιον της Προϊσταμένης της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Όπως προκύπτει από σωρεία στοιχείων του φακέλλου:
            ι) επί του α΄ των ανωτέρω λόγων, η Μονή ουδέποτε παρέμεινε «ακέφαλος» και
            ιι) εκ των ενεργειών και της ανταποκρίσεως της Μονής σε ειδοποιήσεις-κλήσεις της Μητροπόλεως καταδεικνύεται ότι αυτή δεν ηρνήθη την αποστολή των ανωτέρω στοιχείων, αλλ’ αντιθέτως ο ανωτέρω Μητροπολίτης είναι εκείνος ο οποίος δεν εδέχθη να διεξαγάγει τον έλεγχο αυτόν [ενδεικτικώς έγγραφο της Μονής υπ’ αρ. 207/5.12.07). Και ταύτα ανεξαρτήτως του ότι έξω εκκλησιαστικοί (κρατικοί) έλεγχοι ουδεμία διαχειριστική αταξία διεπίστωσαν (τα ανωτέρω θα παραθέσομε αναλυτικώς σε υπόμνημά μας που θα κατατεθεί εγκαίρως στο Δικαστήριο).
            Επομένως, εν προκειμένω δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις στις οποίες έχει στηριχθεί το προσβαλλόμενο διάταγμα, το οποίο συνακολούθως είναι μη νόμιμο και αναιτιολόγητο.
            Συνεπώς πέραν των ανωτέρω λόγων πλημμελείας της προσβαλλομένης ως εκδοθείσης καθ’ υπέρβαση εξουσιοδοτήσεως και μη συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αυτή επικαλείται η προσβαλλομένη

            Συμπερασματικώς το προσβαλλόμενο διάταγμα:

(Α) Εκδόθηκε κατά προφανή παραβίαση της προβλεπόμενης νόμιμης διαδικασίας, αφού ουδόλως ελήφθη όπως ρητώς επιτάσσουν οι διατάξεις του Κανονισμού της Μονής, ως νόμου της Ελληνικής Πολιτείας - νόμιμη σχετική απόφαση εκ μέρους της Ολομέλειας της Αδελφότητας, ούσης καθ’ ύλην αρμόδιας να αποφασίσει, ως ανώτατο όργανο αυτοδιοικήσεως της Μονής, επί ενός μείζονος σημασίας και συνεπειών, όπως είναι το κρίσιμο, ζητήματος, το οποίο αφορά στη συνέχεια της νομικής υποστάσεως και υπάρξεως της ίδιας της Μονής.

Οι ανωτέρω επισημάνσεις δικαιώνονται πλήρως και από το εδάφιο β΄ του άρθ. 2 περ. γ΄ Κ. 39/1972, κατά το οποίο:

Ωσαύτως, δύναται ο Επίσκοπος, ομοψήφω γνώμη των μελών της Αδελφότητος Ι. τινος Μονής ή Ησυχαστηρίου ή Αδελφότητος, να αιτήσηται παρά της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος την αναγνώρισιν της εν λόγω Αδελφότητος, ως Συνοδικής Σταυροπηγιακής Ι. Μονής αυτοτελούς, διακονούσης του λοιπού εις ευ­ρυτέραν εκκλησιαστικήν αποστολήν.
Όπως διαπιστώνουμε, πρόκειται για το ίδιο άρθρο 2 περ. γ’ Καν. 39/1972, «περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ι. Μονών και των Ησυχαστηρίων», το οποίο επικαλείται η ΔΙΣ προς νομική θεμελίωση της υπό κρίση αποφάσεώς της.
Ως εκ τούτων, η υπό κρίση συνοδική απόφαση λήφθηκε από αναρμόδιο όργανο και χωρίς τήρηση της νόμιμης διαδικασίας, είναι ανυπόστατη, παράνομη και αντισυνταγματική.

(Β) Εκδόθηκε κατά προφανή παραβίαση της προβλεπόμενης νόμιμης διαδικασίας, διότι, αν και η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου ασκεί - τόσον εκ των διατάξεων του καταστατικού της, όσο και εν τη πράξει - πλουσιότατη, πολυσχιδή και παγκοίνως γνωστή κοινωφελή-φιλανθρωπική δραστηριότητα, εντούτοις, η απόφαση-πρόθεση της ΔΙΣ περί ενός μείζονος ζητήματος, όπως είναι η διάλυση-συγχώνευση της Μονής, ουδόλως γνωστοποιήθηκε προς το Υπουργείο Οικονομικών, συναρμόδιο να αποφασίσει σχετικώς. Και τούτο, μολονότι τυχόν υλοποίηση μίας τέτοιας αποφάσεως θα ματαίωνε, όπως είναι προφανές, την εκτέλεση των κοινωφελών σκοπών, η μέριμνα όμως περί της εκπληρώσεως των οποίων ανήκει, κατά το νόμο, στη σφαίρα της δικαιοδοσίας του Υπουργείου Οικονομικών.

(Γ) Αποτελεί παράνομη επέμβαση στη σφαίρα αυτοδιοικήσεως της Μονής, όπως η εν λόγω αυτοδιοίκηση κατοχυρώνεται και οριοθετείται από τις διατάξεις του Κανονισμού αυτής, έναντι επεμβάσεων οιουδήποτε τρίτου. Υπενθυμίζεται, εν προκειμένω, ότι οι Μονές αναγνωρίσθηκαν από την ελληνική έννομη τάξη ως ΝΠΔΔ (1 § 4 Ν. 590/1977), ακριβώς με σκοπό τη διασφάλιση της διοικητικής τους αυτονομίας.

            Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω το προσβαλλόμενο διάταγμα περί δαλύσεως - συγχνωνεύσεως της Ι. Μονής, αλλά και της υπαγωγής της εις άλλην Ι. Μονή ως μετοχίου της τελευταίας πρέπει ν’ ακυρωθεί:

            α) Διότι εξεδόθη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 39 παρ. 3 ν. 590/77, εν πάση δε περιπτώσει κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητος (εάν θεωρηθεί ότι με το διάταγμα αυτό νομίμως επιβάλλεται κύρωση)

            β) Διότι παρά τον νόμο δεν προηγήθηκε απόφαση της Ολομελείας της Αδελφότητος της Ι. Μονής,

            γ) Διότι δεν ασκήθηκε η συναρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών, παρότι η Ι. Μονή εκτελεί κοινωφελή σκοπό

            δ) Διότι, υπό τα ιστορούμενα στο παρόν δικόγραφο με το εν λόγω διάταγμα επιχειρείται αθέμιτη επέμβαση στην αυτοδιοίκηση της Ι. Μονής

            ε) Διότι το διάταγμα έχει εκδοθεί κατά παράβαση των διατάξεων 12,13,17 του Συντάγματος και 9 της ΕΣΔΑ

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

και όσα θα προσθέσομε εν καιρώ

ΑΙΤΟΥΜΕΘΑ

Την παραδοχή της κρινομένης. Την ακύρωση της προσβαλλομένης και την δικαστική μας δαπάνη.

Αντίκλητό μας διορίζουμε τον Δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών κ. Χρίστο Δημητρίου Πολίτη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 2740), οδός Δημητρίου Σούτσου αρ. 28, τηλ. 210-8171559.

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος




Δεν υπάρχουν σχόλια: