Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΡΟΣΦΥΓΗ κατά 1. Του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων, και κατά 2. Του Υπουργού Οικονομικών



Για την κατά νόμο προστασία,  αλλά και για την ηθική υπεράσπιση των μοναχών, αλλά και των μοναστηριών (Ιερά Μονή Αμπελακιώτισσας & Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σκάλας, Ναυπάκτου),  οι εγκαταβιούντες σήμερα στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος, κατέθεσαν αρμοδίως (την Παρασκευή 25-4-2013), ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, Προσφυγή, κατά:

1. Του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων,  και κατά 2. Του Υπουργού Οικονομικών,  

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ  - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ

Της απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, σχετική με την ανάκληση της υπ’ αριθμ 4.12.1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 1982/90 επένδυση της «Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου».

Η ανωτέρω βλαπτική ενέργεια, της διοίκησης, ως γνωστό, ήρθε ως αποτέλεσμα, μετά από μακροχρόνια «προσπάθεια» του μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεου Βλάχου, που από το 1998, διεκδικούσε ποσοστά, από τα επιτελούμενα έργα στη Μονή Μεταμορφώσεως.  

Οι παραμένοντες στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως (ως μετόχι), βλέποντας,  ότι ούτε η Μητρόπολη Ναυπάκτου, αλλά ούτε και η Ιερά Μονή Αμπελακιώτισσας, έπραξαν κάτι ως σήμερα, για να προστατεύσουν νομικά τα συμφέροντα και τα δίκαια της Μονής, και επειδή θα χανόταν η προβλεπόμενη νόμιμη προθεσμία, κατέθεσαν την Προσφυγή, όπως προβλέπεται, και ζητούν από το αρμόδιο δικαστήριο

1. Να γίνει δεκτή στο σύνολό της η παρούσα προσφυγή.

2. Να ακυρωθεί,  η  απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, σχετική με την ανάκληση της  απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, (έτους1997),  με την οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 1982/90 επένδυση της «Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου».
Οι  προσβαλλόμενες πράξεις, παρουσιάζονται, ως παράνομες και ακυρωτέες, για πέντε κυρίως λόγους:
Πρώτον, αφενός, ως προς το ζήτημα επιστροφής του συνολικού ποσού και των τόκων έχουν εκδοθεί αναρμοδίως και αφετέρου δεν προβλέπεται εκ του νόμου ανάκληση της απόφασης υπαγωγής στον Ν. 1892/1990. Δεύτερον, οι προσβαλλόμενες έχουν εκδοθεί α) χωρίς νόμιμο έρεισμα, καθώς η έντοκη επιστροφή του προσδιορισθέντος ως επιστρεπτέου ποσού δεν ορίζεται στο νόμο και κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας της Διοίκησης, σύμφωνα με την οποία η Διοίκηση δύναται να πράξει μόνον ό,τι ρητά της επιτρέπεται, β) κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας, όπως αυτή ορίζεται στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ και γ) κατά παράβαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου. Τρίτον, εν όψει της ανακλήσεως, η Διοίκηση σύμφωνα με τις εκάστοτε ειδικές συνθήκες της υποθέσεως οφείλει να αποφασίσει αιτιολογημένα την επιστροφή τμήματος μόνο της καταβληθείσης επιχορηγήσεως. Τέταρτον, η Διοίκηση έχει προβεί σε εσφαλμένο υπολογισμό χρονικού διαστήματος επιβολής τόκων για το εισπρακτέο ποσό της επιχορήγησης της ολοκληρωθείσας επένδυσης. Πέμπτον, η εν λόγω επιβολή τόκων δεν προβλέπεται σε νόμο και σε κάθε περίπτωση παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.
Κατωτέρω ακολουθεί πλήρες  το κείμενο του δικογράφου με όλα τα επιχειρήματα.

                      ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

                                                      ΠΡΟΣΦΥΓΗ

Των κάτωθι ιερομονάχων, εγκαταβιούντων στην Ιερά Ανδρώα Κοινοβιακή Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος που εδρεύει στη Σκάλα του Δήμου Ναυπακτίας, μετοχίου από 17.1.2013 (ΦΕΚ  Α΄14/2013) της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Αμπελακιωτίσσης Ναυπακτίας της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, που εδρεύει στον Άγιο Πολύκαρπο του Δήμου Ναυπακτίας: 
1. Ιερωνύμου Δελημάρη του Κωνσταντίνου και της Ελένης, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος και Ηγουμένου του τέως Ηγουμενοσυμβουλίου της ιδίας Μονής.
2. Νικοδήμου Ανταλλοπούλου του Γεωργίου και της Ιωάννας, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος και μέλους του τέως Ηγουμενοσυμβουλίου της ιδίας Μονής.
3. Ιουστίνου Καρανικόλα του Γρηγορίου και της Ναυσικάς, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος και μέλους του τέως Ηγουμενοσυμβουλίου της ιδίας Μονής
4. Ιγνατίου Σταυροπούλου του Σπυρίδωνος και της Αγλαΐας, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος και Γραμματέα του τέως Ηγουμενοσυμβουλίου της ιδίας Μονής.
5. Χριστοφόρου Γιαννοπούλου του Νικολάου και της Ευφροσύνης, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος.
6. Νεκτάριου Γκολιοπούλου του Ιωάννου και της Ελένης, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος.
7. Παλαμά Δημητρέλλη του Ηλία και της Θεοφανής, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος.
8. Ρωμανού – Ηλία Κατραούρα του Χρήστου και της Βασιλικής, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος.
9. Ιεροθέου Κεφάλα του Δημητρίου και της Γεωργίας, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος.
10. Κοσμά Κόκκαλη του Θεοδώρου και της Βασιλικής, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος.
11. Σπυρίδωνος Λογοθέτη του Ιωάννη και της Ευτυχίας, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος.
12. Θεολόγου Μακρή του Παναγιώτη και της Αθηνάς, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος.
13. Χερουβείμ Σακκούλη του Νικολάου και της Ανδρεούλας, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος.
14. Ευγενίου Σκουζή του Αθανασίου και της Λαμπρινής, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος.
15. Τιμοθέου Σμπούκη του Νικολάου και της Ειρήνης, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος.
16. Βησσαρίωνος Χωραφά του Δημητρίου και της Μαρίας, μέλους της τέως Σύναξης της Αδελφότητας της Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος.

ΚΑΤΑ


1. Του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Νίκης αριθμ. 5-7.

2. Του Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Κ. Σερβίας αριθμ. 10.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ

1. Της υπ’ αριθμ. πρωτ. 7781/ΝΝ711/ν.1892/90/21.02.2013 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποσδομών, Μεταφορών και Δικτύων, σχετική με την ανάκληση της υπ’αριθμ. 64131/ΜΜ711/ν.1892/90/4.12.1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 1982/90 επένδυση της «Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου» και κατά το μέρος κατά το οποίο προσδιορίζει σε βάρος της «Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου» ποσό κύριας οφειλής ύψους 647.114,00 € και επιβαρύνσεις από τόκους από 30.07.1998 μέχρι 08.02.2013, ύψους ποσού 925.645,00 €, καθώς και επιβαρύνσεις από τόκους για το χρονικό διάστημα από 08.03.2013 μέχρι την ημερομηνία σύνταξης χρηματικού καταλόγου.

2. Της υπ’αριθμ. πρωτ. 11349/ΝΝ711/ν.1892/90/13.03.2013 πράξης Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Ιδιωτικών Επενδύσεων, της Γενικής Γραμματείας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, κατά το μέρος κατά το οποίο επιβάλλει σε βάρος της Ιεράς Μονής την υποχρέωση έντοκης επιστροφής του προσδιορισθέντος ως επιστρεπτέου ποσού επιχορήγησης και προσδιορίζει το ποσό αυτό σε 1.575.471,00 € (η έντοκη επιστροφή του προσδιορισθέντος με την ανακλητική απόφαση ποσού 647.114,00 €, υπολογίζονται επιβαρύνσεις από τόκους για το χρονικό διάστημα από 30.07.1998 έως 08.02.2013, ύψους ποσού 925.645,00 €, επιβαρύνσεις από τόκους για το χρονικό διάστημα από 08.02.2013 μέχρι 26.02.2013-ημερομηνία σύνταξης χρηματικού καταλόγου, σύμφωνα με την απόφαση- ποσού ύψους 2.712,00 € και ζητείται από την Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου η σε βάρος της Ιεράς Μονής βεβαίωση συνολικού ποσού ύψους 1.575.471,00 €.

3. Κάθε άλλης συναφούς, προγενέστερης και μεταγενέστερης, πράξης και παράλειψης της Διοίκησης. 

ΙΣΤΟΡΙΚΟ - ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ  
1. Με την υπ’ αριθμ. 64131/ΝΝ711/Ν.1892/90/04.12.1997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, εγκρίθηκε η υπαγωγή επένδυσής της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου, νπδδ, στις διατάξεις του Ν. 1892/1990, η οποία και υλοποιήθηκε, με σκοπό την προσθήκη και τον εκσυγχρονισμό ολοκληρωμένης μορφής κτηρίων για την εξυπηρέτηση κοινωνικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων που θα περιλαμβάνει ξενώνα, αίθουσα συνεδρίων, ηχοληψιών, ροτόντα και βοηθητικούς χώρους, στη Ναύπακτο. Κατόπιν τούτου, επιχορηγήθηκε για τις δαπάνες της επένδυσής της στο κτηριακό συγκρότημα της στη Σκάλα Ναυπάκτου με το ανωτέρω αντικείμενο, κατ’ εφαρμογή του αρθ. 2 παρ. 1 περ. ιζ΄του Ν. 1892/1990, αρχικά με ποσό ύψους 229.285.000 δρχ.(ήτοι 672.882,55 €), το οποίο αντιστοιχεί στο 35% της συνολικής δαπάνης της παραγωγικής επένδυσης (η οποία ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 655.100.000 δρχ., ήτοι 1.922.523,84 €).

Εν συνεχεία, με την υπ’ αριθμ. 50083/ΝΝ711/Ν.1892/90/25.2.2000 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, διαπιστώθηκε η πραγματοποίηση της ειδικής επένδυσης, η ολοκλήρωση σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της υπ’ αριθμ. 64131/ΝΝ711/Ν.1892/90/04.12.1997 απόφασης υπαγωγής της στις διατάξεις του Ν. 1892/1990, η πιστοποίηση έναρξης παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης της Ιεράς Μονής και η οριστικοποίηση του συνολικού και ενισχυόμενου κόστους αυτής, στο ποσό των 220.504.000 δρχ. (ήτοι 647.113,72 €), που αποτελεί ποσοστό 35% του ενισχυόμενου κόστους της παραγματοποιηθείσας επένδυσης. Η ανωτέρω απόφαση εξεδόθη κατόπιν ελέγχου και των διαλαμβανομένων-πορισμάτων της τελικής έκθεσης Κεντρικού Οργάνου Ελέγχου και  το υπ’αριθμ. 148ο Πρακτικό της 28.01.2000 ομόφωνης γνωμοδότησης της Επιτροπής του άρθρου 8 του Ν. 2601/98 για α) την ολοκλήρωση της επένδυσης και της οριστικοποίηση του κόστους της στο ποσό των 630.012.000 δρχ., β) την πιστοποίηση έναρξης παραγωγικής λειτουργίας, γ) τον καθορισμό της 30.11.1999 ως ημερομηνίας ολοκλήρωσης της επένδυσης και δ) την απαλοιφή από την εγκριτική απόφαση του όρου για την δημιουργία θέσεων απασχόλησης.

Η επένδυση λειτούργησε κανονικά, μέχρι και την 31.03.2012, οπότε αποφασίστηκε η διακοπή των εργασιών του ξενώνα και του συνεδριακού κέντρου που λειτουργούσε στην Ναύπακτο, λόγω αδυναμίας λειτουργίας του, στα πλαίσια των επί μακρόν παρατεινόμενων δικαστικών διενέξεων της τ. Ιεράς Μονής με την Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου και τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασσίου. Η ανωτέρω διακοπή προκύπτει από την υπ’αριθμ. 331/19.04.2012 βεβαίωση μεταβολής εργασιών μη φυσικού προσώπου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου από την οποία προκύπτει η από 31.03.2012 διακοπή των εργασιών του ξενώνα και του συνεδριακού κέντρου.

2. Με την πρώτη προσβαλλόμενη,  την υπ’ αριθμ. πρωτ. 64131/ ΝΝ711/Ν.1892/90/21.2.2013 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων αποφασίσθηκε η ολική ανάκληση της απόφασης υπαγωγής και ολοκλήρωσης της ειδικής επένδυσης της τ. Ιεράς Μονής, καθώς και η επιστροφή της καταβληθείσας επιχορήγησης, ποσού ύψους 647.114,00 €, δίχως να προσδιορίζει το χρονικό διάστημα κατά το μέρος του οποίου ανακαλείται, πλέον τόκων για το χρονικό διάστημα από 30.07.1998 έως 08.02.2013, ποσού ύψους 925.645,00 €, ήτοι ποσό συνολικού ύψους 1.572.759,00 €, εισπραττομένου κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, καθώς και οι επιβαρύνσεις από νόμιμους τόκους για το χρονικό διάστημα από 08.03.2013 μέχρι την ημερομηνία σύνταξης χρηματικού καταλόγου από τη Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου. Περίληψη της απόφασης αυτής, με το ανωτέρω περιεχόμενο, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’ τ. 459/26.02.2013.

Ακολούθως, εκδόθηκε η δεύτερη προσβαλλόμενη, η υπ’αριθμ. πρωτ. 11349/ΝΝ711/ ν.1892/90/13.03.2013 πράξη Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Ιδιωτικών Επενδύσεων, της Γενικής Γραμματείας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, με την οποία επιβάλλεται σε βάρος της τ. Ιεράς Μονής, η έντοκη επιστροφή του προσδιορισθέντος με την ανακλητική απόφαση ποσού 647.114,00 €, υπολογίζονται επιβαρύνσεις από τόκους για το χρονικό διάστημα από 30.07.1998 έως 08.02.2013, ύψους ποσού 925.645,00 €, επιβαρύνσεις από τόκους για το χρονικό διάστημα από 08.02.2013 μέχρι 26.02.2013-ημερομηνία σύνταξης χρηματικού καταλόγου, σύμφωνα με την απόφαση- ποσού ύψους 2.712,00 € και ζητείται από την Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου η σε βάρος της Ιεράς Μονής βεβαίωση συνολικού ποσού ύψους 1.575.471,00 € (εκ των οποίων το ποσό της κύριας οφειλής ανέρχεται σε 647.114,00 € πλέον τόκων ύψους ποσού 925.645,00 € και 2.712,00 €).

3. Με το άρθρο 1 του υπ’αριθμ. 5/2013 Π.Δ. (Α’ 14/17.01.2013) διαλύεται η Ιερά Ανδρώα Κοινοβιακή Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Σκάλας Ναυπάκτου, η οποία ιδρύθηκε με το Π.Δ. 601/1980 (Α’160) και συγχωνεύεται με την Ιερά Μονή Αμπελακιωτίσσης της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και καθίσταται Μετόχι αυτής, δίχως πλέον να κατέχει χωριστή νομική προσωπικότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του υπ’αριθμ. 5/2013 Π.Δ., από της δημοσιεύσεως του εν λόγω Π.Δ. στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ήτοι την 17.01.2013) παύει να υφίσταται η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως και ως εκ τούτου όλες οι διοικητικές και διαχειριστικές πράξεις ασκούνται πλέον από το Ηγουμενοσυμβούλιο της Ιεράς Μονή Αμπελακιωτίσσης της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου.

4.1. Στο άρθρο 15 του Εσωτερικού Κανονισμού της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπακτίας (δημοσιευθέντος στο επίσημο δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος/ τεύχος υπ’αριθμ. 23-24/1-15 Δεκεμβρίου 1984), ορίζεται ότι τα «Όργανα της Διοικήσεως της Ιεράς Μονής είναι: α) Ο Ηγούμενος, β) Το Ηγουμενοσυμβούλιον, γ) Η σύναξις της αδελφότητος.».

Κατά το άρθρο 6 παρ. 5 εδαφ. γ του Ν. 1892/1990 (Α’ 101) για την είσπραξη οφειλών προς το Δημόσιο εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν.542/1977 (Α’ 41), η εφαρμογή της οποίας επεκτείνεται και στους διαχειριστές προσωπικών εταιρειών, εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και συνεταιρισμών καθώς και στους εκκαθαριστές νομικών προσώπων. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 542/1977 ορίζεται κατά λέξη ότι: «Δια τον αναλογούντα φόρον επί των αποκρυβέντων κερδών ευθύνονται αλληλέγγυως μετά της ανωνύμου εταιρείας και οι έχοντες την ιδιότητα του διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου αυτής κατά την αντίστοιχον διαχειριστική περίοδο ισχύοντος και κατ΄αυτών του εις βάρος της ανωνύμου εταιρείας εκδοθέντος τίτλου βεβαιώσεως». Στο άρθρο 115 του Ν.2238/1994 (Α’ 152), όπως η παρ. 3 προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 22 του Ν. 2648/1998 (Α’38) και ισχύει από 01.12.1998, ορίζεται ότι «…3. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 [ήτοι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών] ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν ως εξής:  α) Αν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά. β) Αν δεν έχει γίνει η παρακράτηση του φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις παραπάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου».

4.2. Από τη συστηματική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι όλοι εμείς οι προσφεύγοντες που υπήρξαμε όργανα διοίκησης της τ. Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος, δηλαδή υπήρξαμε μέλη της Σύναξης της Αδελφότητός της (το σύνολο των προσφευγόντων), του Ηγουμενοσυμβουλίου της (οι τέσσερις πρώτοι εξ ημών) και ο Ηγούμενός της (ο πρώτος εξ ημών) ευθυνόμεθα αλληλέγγυα τόσο με τα σημερινά όργανα διοίκησης της Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Αμπελακιωτίσσης Ναυπακτίας, της οποίας μετόχι κατέστη η Μονή μας, όσο και με την τριμελή επιτροπή διοίκησης της Μονής μας που έχει οριστεί από τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, για την έντοκη επιστροφή των ποσών που είχαν εισπραχθεί ως επιχορήγηση και δυνάμει των προσβαλλομένων η επιχορήγηση αυτή ανακαλείται και αναζητείται.

Ενόψει των ανωτέρω, με προφανές έννομο συμφέρον, εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς ζητούμε με την παρούσα προσφυγή μας την ακύρωση, άλλως τροποποίηση των προσβαλλομένων για τους ακόλουθους νόμιμους και βάσιμους λόγους:
ΛΟΓΟΙ ΑΚΥΡΩΣΗΣ
Πρώτος λόγος  
Σύμφωνα με το αρθ. 18 παρ. 1 του αναπτυξιακού ν. 1892/1990, στον οποίο υπήχθη η επένδυσή της Ιεράς Μονής, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 36 του αρθ. 58 του Ν. 2324/1995 ( αν και καταργήθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 2601/1998 ( Α΄ 81), εξακολουθεί, δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου αυτού, να εφαρμόζεται επί επενδύσεων οι οποίες, όπως η επίμαχη, είχαν ήδη υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 1892/1990) και ισχύει «Επιχειρήσεις των οποίων επενδύσεις έχουν υπαχθεί στο νόμο αυτόν ή στο ν. 1262/1982, εφόσον από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης υπαγωγής και πριν παρέλθει δεκαετία από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης ολοκλήρωσης της επένδυσης, παύσουν για οποιονδήποτε λόγο να λειτουργούν ή μεταβιβάσουν αναγκαστικά πάγια περιουσιακά στοιχεία που είχαν συμπεριληφθεί στην επένδυση ή μεταβιβαστούν αναγκαστικά ή οι μέτοχοι ή οι εταίροι αυτών μεταβιβάσουν αναγκαστικά μετοχές ή εταιρικά μερίδια πέραν ενός ποσοστού που θα καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ή μειώσουν το εταιρικό τους κεφάλαιο χωρίς η μείωση να επιβάλλεται από την κείμενη νομοθεσία, η απόφαση υπαγωγής της επένδυσής τους θεωρείται αυτοδικαίως ως μηδέποτε εκδοθείσα και η καταβληθείσα επιχορήγηση και επιδότηση επιτοκίου καθίσταται ολικά ή μερικά αμέσως απαιτητή, η δε επιχείρηση υποχρεούται σε άμεση επιστροφή των ως άνω ποσών εισπραττομένων κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων [...] Σε περίπτωση που, μέσα στο διάστημα, που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο, η επιχείρηση μεταβιβάσει εκούσια πάγια περιουσιακά στοιχεία που είχαν συμπεριληφθεί στην επένδυση ή εκμισθώσει εν όλω ή εν μέρει την υπαχθείσα στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή του ν. 1262/1982 επένδυση, υποχρεούται σε μερική ή ολική επιστροφή της επιχορήγησης και επιδότησης επιτοκίου με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που εκδίδεται μετά από γνώμη της αρμόδιας γνωμοδοτικής επιτροπής του νόμου αυτού 

Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, εφόσον επιχείρηση, εν προκειμένω η Ιερά Μονή, εκμισθώσει εν όλω ή εν μέρει την επένδυση, πριν παρέλθει δεκαετία από την δημοσίευση της απόφασης περί ολοκλήρωσης της επένδυσής της, η οποία είχε υπαχθεί στις διατάξεις του ανωτέρω αναπτυξιακού νόμου, η απόφαση υπαγωγής θεωρείται αυτοδικαίως ως μηδέποτε εκδοθείσα και διατάσσεται η ολική ή μερική επιστροφή του εισπραχθέντος ποσού της επιχορήγησης, το οποίο προσδιορίζεται λαμβανομένου υπόψη του διανυθέντος χρόνου λειτουργίας της επιχείρησης. Το ποσό του οποίου η επιστροφή διατάσσεται με την ανακλητική απόφαση, εισπράττεται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, στις οποίες ευθέως παραπέμπει η προπαρατεθείσα νομοθετική διάταξη. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι υφίσταται υποχρέωση για την έντοκη επιστροφή του ποσού, το οποίο αρνούμαστε, όπως εκθέτουμε αναλυτικά κατωτέρω, τότε η υποχρέωση αυτή περί έντοκης επιστροφής του ποσού, το χρονικό διάστημα για το οποίο ήθελε θεωρηθεί ότι οφείλουμε τόκους καθώς και το ακριβές ποσό αυτών, όφειλε να αναφέρεται στην ανακλητική απόφαση, ούτως ώστε να καθίσταται νομίμως και ειδικώς αιτιολογημένη.

Δεδομένου δε ότι την απόφαση υπαγωγής της επένδυσης της Ιεράς Μονής στον αναπτυξιακό Ν. 1892/1990 (υπ’ αριθμ. 64131/ΝΝ711/Ν.1892/1990/04.12.1997 απόφαση) εξέδωσε ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, αυτός ήταν και ο αρμόδιος για την έκδοση της απόφασης, η οποία – κατά τα αναλυθέντα ανωτέρω – συνιστά τον νόμιμο τίτλο και ο οποίος έπρεπε να προσδιορίζει και την υποχρέωσή της Ιεράς Μονής για έντοκη επιστροφή του ποσού, το χρονικό διάστημα για το οποίο ήθελε θεωρηθεί ότι οφείλουμε τόκους καθώς και το ακριβές ποσό αυτών, και όχι γενικά και αναιτιολόγητα το συνολικό ποσό της επιχορήγησης και τόκους επί αυτού για όλο το χρονικό διάστημα έως την έκδοση αυτής. Συνεπώς, η υπ’ αριθμ. πρωτ. 7781/ΝΝ711/ν.1892/90/21.02.2013 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, καθώς και η υπ’αριθμ. πρωτ. 11349/ΝΝ711/ν.1892/1990/13.03.2013 πράξη του Προισταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Ιδιωτικών Επενδύσεων της Γενικής Γραμματείας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων – ως προς το ζήτημα επιστροφής του συνολικού ποσού και των τόκων - αναρμοδίως έχουν εκδοθεί, καθώς έπρεπε να εκδοθούν από τον Υπουργό ή Υφυπουργό Οικονομίας.
Δέον δε να σημειωθεί, ότι η ανωτέρω διάταξη δεν αναφέρει ρητά την υποχρέωση, πολλώ δε μάλλον τη δυνατότητα έκδοσης απόφασης ανάκλησης με την οποία έχει υπαχθεί επένδυση στον Ν. 1892/1990. Ειδικότερα, ρυθμίζει δε την τύχη των παρασχεθεισών ενισχύσεων, ήτοι επιχορηγήσεων και επιδοτήσεων επιτοκίου, σε περιπτώσεις επελεύσεως, μετά την ολοκλήρωση των ενισχυθεισών επενδύσεων, ωρισμένων γεγονότων αναγομένων στην λειτουργία των φορέων των επενδύσεων αυτών, και σκοπεί, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αναγκαστικής μεταβιβάσεως επιχορηγηθέντων παγίων, στην επιτάχυνση των διαδικασιών επιστροφής των καταβληθεισών επιχορηγήσεων (ίδετε αιτιολογική έκθεση της υποβληθείσης, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 2324/1995, σχετικής τροπολογίας). Για την εξυπηρέτηση ακριβώς του σκοπού αυτού δεν προβλέπεται στις εν λόγω περιπτώσεις ανάκληση της σχετικής εγκριτικής αποφάσεως, αλλά στο πρώτο μεν εδάφιο της εν λόγω παραγράφου προβλέπονται περιπτώσεις, κατά τις οποίες η απόφαση υπαγωγής της επενδύσεως στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου «θεωρείται αυτοδικαίως ως μηδέποτε εκδοθείσα» και «η καταβληθείσα επιχορήγηση και επιδότηση επιτοκίου καθίσταται ολικά ή μερικά απαιτητή», στα δε λοιπά εδάφια της παραγράφου αυτής προβλέπονται περιπτώσεις, κατά τις οποίες, χωρίς ανάκληση της ως άνω αποφάσεως, ο φορέας της επενδύσεως απλώς υποχρεούται σε ολική ή μερική επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών, η οποία ορίζεται με σχετική απόφαση του αρμοδίου κατά τα ανωτέρω Υπουργού Οικονομίας (ίδετε ΣτΕ 367/2008, σκέψη 4).

  Όθεν παρέπεται ότι η εν προκειμένω προσβαλλόμενη απόφαση ανάκλησης στερείται νομίμου ερείσματος για την έκδοσή της και εκ του λόγου αυτού καθίσταται ακυρωτέα, πολλώ μάλλον όταν ανακαλεί  απόφαση υπαγωγής επένδυσης στο Ν. 1892/1990, ύστερα από πάροδο περίπου δεκαπέντε ετών από τότε που πραγματοποιήθηκε η εκταμίευση και ολοκληρώθηκε η επένδυση.

Δεύτερος λόγος
Οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν εκδοθεί α) χωρίς νόμιμο έρεισμα, καθώς η έντοκη επιστροφή του προσδιορισθέντος ως επιστρεπτέου ποσού δεν ορίζεται στο νόμο και κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας της Διοίκησης, σύμφωνα με την οποία η Διοίκηση δύναται να πράξει μόνον ό,τι ρητά της επιτρέπεται, β) κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας, όπως αυτή ορίζεται στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ και γ) κατά παράβαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου. Ειδικότερα: 
α. Σύμφωνα με το αρθ. 18 παρ. 1 του αναπτυξιακού ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει «Επιχειρήσεις των οποίων επενδύσεις έχουν υπαχθεί στο νόμο αυτόν ή στο ν. 1262/1982, εφόσον από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης υπαγωγής και πριν παρέλθει δεκαετία από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης ολοκλήρωσης της επένδυσης,[…] Σε περίπτωση που, μέσα στο διάστημα, που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο, η επιχείρηση μεταβιβάσει εκούσια πάγια περιουσιακά στοιχεία που είχαν συμπεριληφθεί στην επένδυση ή εκμισθώσει εν όλω ή εν μέρει την υπαχθείσα στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή του ν. 1262/1982 επένδυση, υποχρεούται σε μερική ή ολική επιστροφή της επιχορήγησης και επιδότησης επιτοκίου με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που εκδίδεται μετά από γνώμη της αρμόδιας γνωμοδοτικής επιτροπής του νόμου αυτού 
Η προπαρατεθείσα διάταξη ρητά αναφέρεται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 7781/ΝΝ711/ν.1892/90/21.02.2013 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, με την οποία αποφασίσθηκε η συνολική ανάκληση της απόφασης υπαγωγής και ολοκλήρωσης, πραγματοποίησης, πιστοποίησης έναρξης παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης και οριστικοποίησης του συνολικού και ενισχυόμενου κόστους αυτής, στο ποσό των 220.504.000 δρχ. (ήτοι 647.113,72 €) και διατάχθηκε η συνολική επιστροφή της καταβληθείσας επιχορήγησης, ποσού ύψους 647.114,00 €. Συγκεκριμένα με αυτήν αποφασίσθηκε αφενός στο άρθρο 1 ότι : «ΑΝΑΚΑΛΟΥΜΕ την υπ’αριθμ. 64131/ΝΝ711/ν.1892/90/4.12.1997 απόφαση, του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 1892/1990 επένδυσης (προσθήκη, εκσυγχρονισμός ολοκληρωμένης μορφής και δημιουργία κτιρίων που περιλαμβάνουν ξενώνα, αίθουσα συνεδρίων, ηχοληψιών, ροτόντα και βοηθητικούς χώρους, για την εξυπηρέτηση κοινωνικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου,…» και αφετέρου στο άρθρο 2 ότι : «1. Η καταβληθείσα επιχορήγηση ποσού εξακοσίων σαράντα επτά χιλιάδων εκατόν δεκατεσσάρων ευρώ (647.114 €)επιστρέφεται έντοκα με τη διαδικασία εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων».
Στην προπαρατεθείσα ειδική διάταξη, ουδόλως ορίζεται η έντοκη επιστροφή του προσδιορισθέντος επιστρεπτέου ποσού. Αντιθέτως, η ανωτέρω νομοθετική διάταξη αναφέρει ρητά ότι το προσδιοριζόμενο με την ανακλητική απόφαση επιστρεπτέο ποσό της επιχορήγησης καθίσταται αμέσως απαιτητό και ότι η επιχείρηση υποχρεούται σε άμεση επιστροφή του ποσού αυτού, δηλ. εντός σύντομου χρονικού διαστήματος από της εκδόσεως της προσβαλλόμενης ανακλητικής απόφασης. Μάλιστα, η συγκεκριμένη διατύπωση έχει την έννοια της έντονης υπόδειξης στη Διοίκηση να προβεί στην βεβαίωση και είσπραξη του ορισθέντος ποσού σε σύντομο χρόνο. 
Περαιτέρω, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 της απόφασης ανάκλησης παραπέμπει ευθέως στην εφαρμογή των διατάξεων του ΚΕΔΕ ως προς την είσπραξη του καθορισθέντος με την ανακλητική απόφαση ποσού. Οι διατάξεις αυτές ουδέν ορίζουν σχετικά με την βεβαίωση τόκων επί του προσδιορισθέντος ως επιστρεπτέου και καταστάντος αμέσως, από της εκδόσεως της ανακλητικής απόφασης, απαιτητού ποσού, αλλά ρυθμίζουν απλώς το ζήτημα της επιβολής προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής του βεβαιωθέντος ποσού.
Πολλώ δε μάλλον η ανωτέρω διαπίστωση ισχύει για την περ. 3 του ανωτέρου άρθρου 2 της απόφασης ανάκλησης που ορίζει : «Μετά τη Δημοσίευση της περίληψης της παρούσας απόφασης στο ΦΕΚ θα συνταχθεί χρηματικός κατάλογος ο οποίος θα διαβιβαστεί στη Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου. Στον χρηματικό κατάλογο θα αναγραφεί το ποσό της κύριας οφειλής ύψους 647.114 €, οι επιβαρύνσεις από νόμιμους τόκους από 30.7.1998 (εκταμίευση της 1ης δόσης της επιχορήγησης) μέχρι 8.2.2013 ύψους εννιακοσίων είκοσι πέντε χιλιάδων εξακοσίων σαράντα πέντε ευρώ (925.645 €) καθώς και οι επιβαρύνσεις από νόμιμους τόκους για το χρονικό διάστημα από 8.3.2013 μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του χρηματικού καταλόγου.»,  η οποία δεν ευρίσκει ουδέν νόμιμο έρεισμα εν προκειμένω.
Επιπροσθέτως, τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της επιβολής, μεταξύ άλλων και των επιβαρύνσεων από «νόμιμους» τόκους από 8.2.2013 μέχρι 26.2.2013 –ημερομηνία σύνταξης του χρηματικού καταλόγου, σύμφωνα με την απόφαση-δύο χιλιάδων επτακοσίων δώδεκα ευρώ (2.712 €) που αναφέρονται στην υπ’αριθμ. πρωτ. 11349/ΝΝ711/ν. 1892/90/13.3.2013 πράξη του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Ιδιωτικών Επενδύσεων της Γενικής Γραμματείας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, της οποίας είναι πρόδηλη η έλλειψη νομιμότητας.   

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι στην προκειμένη περίπτωση, η επιβάρυνση του προσδιορισθέντος ως επιστρεπτέου ποσού της επιχορήγησης με τόκους δεν ορίζεται στο νόμο. Όθεν παρέπεται η εσφαλμένη ερμηνεία και η πλημμελής εφαρμογή του νόμου. Πάσχουν συνεπώς οι προσβαλλόμενες πράξεις κατά το μέρος κατά το οποίο ορίζουν την καταβολή του ανωτέρω ποσού προσαυξημένο με επιβαρύνσεις από τόκους, ως εκδοθείσες άνευ νομίμου ερείσματος και πρέπει να εξαφανισθούν κατά το μέρος αυτό.   

Εξάλλου, πέραν των αμέσως ανωτέρω αναλυθέντων λόγων για τους οποίους η εν λόγω επιβάρυνση του προσδιορισθέντος ως επιστρεπτέου ποσού της επιχορήγησης με τόκους δεν τυγχάνει εφαρμοστέα, όλως επικουρικά, διευκρινίζεται ότι η όποια αναφορά, επίκληση και παραπομπή στις διατάξεις του άρθρων 5 και 6 παρ. 5 του Ν. 1892/1990, η οποία επιχειρείται ως εφαλτήριο για την επιβολή τόκων δεν είναι νόμιμη. Ειδικότερα:

        Το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης αναφέρει: «ΑΝΑΚΑΛΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΠ’ΑΡΙΘΜ. 64131/ΝΝ711/ν.1892/90/4.12.1997 απόφαση, του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 1892/1990 επένδυσης (προσθήκη, εκσυγχρονισμός ολοκληρωμένης μορφής και δημιουργία κτιρίων που περιλαμβάνουν ξενώνα, αίθουσα συνεδρίων, ηχοληψιών, ροτόντα και βοηθητικούς χώρους, για την εξυπηρέτηση κοινωνικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου, λόγω αθετήσεων των υποχρεώσεων υπαγωγής που αφορούν: 1. Εκμίσθωση, πριν παρέλθει δεκαετία από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης ολοκλήρωσης, μέρους της επένδυσης χωρίς συνέχιση της λειτουργίας της στο ίδιο παραγωγικό αντικείμενο κατά παράβαση του άρθρου 18, παραγ. 1 του ν,1892/90. 2. Τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 2 της εγκριτικής απόφασης, που συνιστούν όρο της εγκριτικής απόφασης και η παράβασή τους επιφέρει την εφαρμογή του άρθρου 5 αυτής και της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ν. 1892/90, περί ευθύνης του επενδυτή για την έκδοση όλων των απαιτούμενων κατά την ισχύουσα νομοθεσία, αδειών οικοδομικών εργασιών και εγκαταστάσεων, εφόσον δεν τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα από τον Κανονισμό υπ’αριθμ, 55/1974, ¨περί μελέτης και εκτελέσεως απάντων των εκκλησιαστικών έργων¨, της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. 3. Με τήρηση του όρου της εγκριτικής απόφασης, επιφέρουσα την εφαρμογή του άρθρου 5 αυτής και της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ν.1892/90 σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου, σχετικά με τη διατήρηση της ταυτότητας του αντικειμένου και του σκοπού της επένδυσης. 4. Υποβολή, επιφέρουσα την εφαρμογή του άρθρου 5 της εγκριτικής απόφασης και της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ν.1892/90, ψευδών και παραπλανητικών στοιχείων, για την ισχύ της οικοδομικής άδειας και το ιδιοκτησιακό καθεστώς, αποσιώπηση στοιχείων για τα θέματα αυτά και ειδικά για το ιδιοκτησιακό καθεστώς παράβαση της πρόβλεψης του άρθρου 1 παράγραφος 2 του ν. 1892/90. » Επιφυλασσόμενοι ως προς την αμφισβήτηση της βασιμότητας των αναφερομένων λόγων στην προσβαλλόμενη απόφαση ανάκλησης επιχορήγησης, διευκρινίζουμε ότι η όποια αναφορά στα άρθρα 5 και 6 παρ. 5 του Ν. 1892/1990, καθώς και στο άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου, αλυσιτελώς προβάλλεται καθώς σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2601/1998 καταργούνται τα σχετικά άρθρα του Ν. 1892/1990. Η εν λόγω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 1982/1990 κατά το διαδικαστικό της μέρος δεν μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαφορές που ανακύπτουν μετά την κατάργησή της. 

β. Εξάλλου, για τον ίδιο ως άνω λόγο, η προσβαλλόμενη έχει εκδοθεί κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας, με την έννοια του όρου στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ. Όπως έχει επανειλημμένα δεχθεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), κάθε κρατική ενέργεια και παρέμβαση στη σφαίρα των δικαιωμάτων, οφείλει να υπάγεται στην αρχή της νομιμότητας, μία από τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου. Τα κράτη οφείλουν να τηρούν κάθε όρο που προβλέπει η αρχή αυτή, τόσο τυπικό όσο και ουσιαστικό (Ιατρίδης κατά Ελλάδας, Reports of Judgments & Decisions 1999 και Grifhorst κατά Γαλλίας, 26-2-2009).
Πιο συγκεκριμένα, ο σεβασμός της αρχής της νομιμότητας συνεπάγεται όχι μόνον την υποχρέωση του κράτους να συμμορφώνεται με τις σχετικές ρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου, αλλά και την υποχρέωση να καθιερώνει εθνικές ρυθμίσεις επαρκώς προβλέψιμες και ακριβείς ως προς την εφαρμογή τους. Ταυτόχρονα, προβλέπεται ότι τα περιοριστικά των δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της ιδιοκτησίας, μέτρα, πρέπει να συνοδεύονται από αντίστοιχες δικονομικές εγγυήσεις για την εξασφάλιση του ατόμου από κάθε αυθαιρεσία των κρατικών αρχών (Zlinsat, Spol. S.R.O κατά Βουλγαρίας, 15-6-2006, παρ. 98). Κάθε κρατική επέμβαση – είτε προέρχεται από τη Διοίκηση είτε από τα Δικαστήρια - στη σφαίρα των δικαιωμάτων που προστατεύονται από την ΕΣΔΑ, μεταξύ των οποίων και η περιουσία, οφείλει να τηρεί απαρέγκλιτα τις απαιτήσεις του νόμου, ενώ κάθε αντίθετη πρακτική των εθνικών οργάνων ενός κράτους συνιστά αυθαίρετη επέμβαση στο δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Στην κρινόμενη περίπτωση τόσο η εφαρμοστέα νομοθετική διάταξη όσο και οι διατάξεις του ΚΕΔΕ στις οποίες ρητά παραπέμπει η προσβαλλόμενη, δεν ορίζουν την έντοκη επιστροφή του προσδιορισθέντος ως επιστρεπτέου ποσού, ούτε τους ειδικότερους όρους αυτής της έντοκης επιστροφής (π.χ. το χρονικό διάστημα). Η με την προσβαλλόμενη πράξη απαίτηση καταβολής επιβαρύνσεων από τόκους στερεί από την Ιερά Μονή το αίσθημα ασφάλειας δικαίου που οφείλει κάθε ευνομούμενη πολιτεία να παρέχει σε κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που βρίσκεται υπό την εξουσία της. Σε αυτό το σημείο, είναι αναγκαίο να υπογραμμίσουμε ότι η Ιερά Μονή μας προέβη στην παύση της λειτουργίας της συγκεκριμένης εγκατάστασης μετά από την πάροδο των δέκα ετών που προβλέπει η σχετική νομοθετική διάταξη του άρθρου 18 της υπαγωγής επένδυσης στον ν. 1892/1990, ως καλόπιστος συναλλασσόμενος, σύμφωνα με τους συγκεκριμένους όρους της εφαρμοστέας ειδικής νομοθετικής διάταξης, οι οποίοι ουδέν ορίζουν σχετικά με την έντοκη επιστροφή του ποσού και γνωρίζοντας ουδέν ως προς την δήθεν σχετική υποχρέωσή μας.

Η έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης με την οποία καλούμαστε να καταβάλουμε υπέρογκο ποσό, το οποίο αντιστοιχεί σε επιβαρύνσεις από τόκους, αποτελεί αυθαίρετη – κατά την έννοια του όρου στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ – ενέργεια των εθνικών διοικητικών οργάνων, ερειδόμενη σε αυθαίρετη ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας και παραβιάζει τη νόμιμη προσδοκία μας. Συνεπώς έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το ίδιο το γράμμα του νόμου και παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας και το αίσθημα ασφάλειας δικαίου που οφείλει να νιώθει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ως προς την ακώλυτη χρήση, αξιοποίηση και διάθεση της περιουσίας του. Σε αντίθετη περίπτωση, κανένας καλόπιστος συναλλασσόμενος δεν θα ήταν ικανός να προβλέψει την υποχρέωση έντοκης επιστροφής του προσδιορισθέντος ως επιστρεπτέου ποσού και το χρονικό διάστημα για το οποίο θα έπρεπε να υπολογισθούν οι επιβαρύνσεις από τόκους.

Στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που απονέμει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στα συμβαλλόμενα κράτη, γίνεται δεκτό ότι ενυπάρχει η δυνατότητα τα ίδια τα κράτη να θεσπίζουν νόμους για την εξασφάλιση της καταβολής φόρων, ή άλλης μορφής εισφορών ή προστίμων, στοιχείο απαραίτητο για τη δημοσιονομική ισορροπία ενός κράτους (ίδετε υπόθεση Gasus-Dosier, Σειρά Α΄, Νο 306-Β, παρ. 59). Παρά ταύτα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μέσω της νομολογίας του, έχει ήδη θέσει ως απαραίτητη προϋπόθεση της νομιμότητας αυτών των κρατικών ενεργειών, τον σεβασμό της γενικής αρχής περί προστασίας της περιουσίας του ατόμου, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο πρώτο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (βλ. ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ κατά Ελλάδος, Reports of Judgments & Decisions 2006-IV).

Η νομολογιακή αυτή εξέλιξη στο πλαίσιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που θέτει η ΕΣΔΑ σημαίνει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν σε κάθε περίπτωση επέμβασης στην ελεύθερη απόλαυση της περιουσίας να σέβονται τόσο την αρχή της νομιμότητας αλλά και την αρχή της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ περιοριστικού μέτρου και κρατικής ωφέλειας. Συνεπώς, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που θα δοθεί στην αναζήτηση τόκων, αυτή αποτελεί πράξη επέμβασης στην οποία προχωρεί το κράτος - μέρος στη Σύμβαση, στην περιουσία, καθώς συνεπάγεται στέρηση ή έλεγχο της χρήσης. Παρέπεται ότι οι υποχρεώσεις του κράτους για σεβασμό των αρχών προστασίας της ιδιοκτησίας παραμένουν ακέραιες σε όλη τους την έκταση, υπαγόμενες στον έλεγχο του ίδιου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.  

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη πράξη της Διοίκησης στερείται νομίμου ερείσματος βάσει της εθνικής νομοθεσίας, όπως έχουμε εκτενώς αναλύσει ανωτέρω. Το ΕΔΔΑ έχει ήδη αποφανθεί πως ο σεβασμός της αρχής της νομιμότητας αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας του κράτους δικαίου. Επομένως, η παράλειψη της ελληνικής Διοίκησης να συμμορφωθεί προς την εθνική νομοθεσία, αλλά και η παράλειψη του κράτους να νομοθετήσει κατά τρόπο ώστε τυχόν υποχρέωσή μας για την έντοκη επιστροφή του ποσού να είναι επαρκώς κατανοητή και προβλέψιμη, αποτελούν ευθεία παραβίαση της αρχής της νομιμότητας, κατά την έννοια του όρου στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ.

Τρίτος λόγος 
        Περαιτέρω, αφενός η ανάκληση της πράξεως υπαγωγής στον ν. 1892/1990 χωρεί κατά δεσμία αρμοδιότητα, αν διαπιστωθεί παράβαση του νόμου ή της πράξεως αυτής, αφετέρου όμως η Διοίκηση έχει διακριτική ευχέρεια ως προς το ζήτημα αν, εν όψει της ανακλήσεως, θα αποφασίσει την επιστροφή του συνόλου ή τμήματος μόνο της καταβληθείσης επιχορηγήσεως, δοθέντος ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να κρίνεται εν όψει των εκάστοτε ειδικών συνθηκών της υποθέσεως (πρβλ. ΣτΕ 3456/2009, 2983/2008, 169/2007, 2515/2004 7μ.). 
        Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και παρ. 2 του Ν. 2941/2001 (ΦΕΚ Α’ 201/12.12.2001) αναφορικά με τις εκμισθώσεις επενδύσεων του Ν. 1262/1982 και του Ν.1892/1990 προβλέπεται ότι: «1. Επιχειρήσεις των οποίων επενδύσεις έχουν υπαχθεί στις διατάξεις των Ν.1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α’) και Ν.1262/1982 (ΦΕΚ 70 Α’) επιτρέπεται, ύστερα από έγκριση του αρμόδιου για έκδοση της απόφασης υπαγωγής ή ολοκλήρωσης οργάνου, να εκμισθώσουν την υπαχθείσα στις διατάξεις των νόμων αυτών επένδυση, είτε στο σύνολό της, πριν παρέλθει 10ετία από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης ολοκλήρωσης της, είτε να εκμισθώσουν μέρος των πάγιων περιουσιακών τους στοιχείων που έχουν τύχει ενισχύσεως, υπό τον όρο ότι η επένδυση ή τα πάγια στοιχεία που εκμισθώνονται θα συνεχίσουν τη λειτουργία τους από το μισθωτή στο ίδιο παραγωγικό αντικείμενο. Σε περίπτωση εκμίσθωσης χωρίς την έγκριση αυτή, καθώς και σε κάθε περίπτωση εκμίσθωσης πριν από τη δημοσίευση της απόφασης ολοκλήρωσης της επένδυσης, καθίσταται αυτοδικαίως απαιτητό είτε το σύνολο της καταβληθείσας ενίσχυσης, προκειμένου για εκμίσθωση όλης της επένδυσης, είτε το τμήμα της ανάλογα με το τμήμα επένδυσης που είχε εκμισθωθεί. 2. Οι κυρώσεις που προβλέπουν μερική ή ολική επιστροφή των επιχορηγήσεων και επιδοτήσεων δεν επιβάλλονται στους επενδυτές, οι οποίοι μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος έχουν εκμισθώσει εν όλω ή εν μέρει επενδύσεις τους, που είχαν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 1892/1990 ή του Ν. 1262/1982, εφόσον η εκμισθωθείσα επένδυσή τους συνεχίζει τη λειτουργία της από τον μισθωτή στο ίδιο παραγωγικό αντικείμενο και η εκμίσθωση της επένδυσης έγινε: i) μετά την ημερομηνία της απόφασης ολοκλήρωσής της ή ii) πριν την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης ολοκλήρωσης, αλλά μέσα στα τελευταία τέσσερα (4) έτη από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, προκειμένου για επενδύσεις υπαχθείσες στο Ν. 1892/1990 . 
        Εν προκειμένω, η αναφερόμενη στην απόφαση ανάκλησης, μίσθωση πραγματοποιήθηκε με το από 20.01.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου του πρώτου ορόφου εκτάσεως 285 τ.μ. και 27 τ.μ. του ισογείου του τριώροφου κτηρίου ξενώνα-συνεδριακό κέντρο, που αποτέλεσε την επένδυση της Ιεράς Μονής με σκοπό την εξυπηρέτηση κοινωνικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων (όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο 1 της παρ. 1 της απόφασης υπαγωγής της επένδυσης στο Ν.1892/1990), μεταξύ εκπροσώπου της Ιεράς Μονής και του ΚΕΚ-Αιτωλία, έληξε την 31.12.2006, κατά τη διάρκεια της οποίας το μίσθιο χρησιμοποιήθηκε για εκπαιδευτικούς σκοπούς, ήτοι εντός του πλαισίου εκδήλωσης και εξυπηρέτησης κοινωνικών και πολιτιστικών σκοπών. Η προαναφερθείσα διαπίστωση επιρρωνύεται από το γεγονός ότι στην από 09.10.2009 Έκθεση Κεντρικού Οργάνου Ελέγχου, λαμβάνοντας υπόψη την εν λόγω μίσθωση, επί λέξει αναφέρει ότι «…αποδεικνύεται η λειτουργία της Μονής σύμφωνα με το σκοπό της επένδυσης που υλοποιήθηκε.» και «…μετά τα παραπάνω στοιχεία και το γεγονός ότι η Μονή λειτουργεί μέχρι σήμερα σύμφωνα με το σκοπό της απόφασης υπαγωγής, των τροποποιήσεων και της απόφασης ολοκλήρωσης…».
        Κατά συνέπεια τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη της παραγράφου 2 που ορίζει ότι δεν επιβάλλονται κυρώσεις επιστροφής μέρους ή όλου του ποσού της επιχορήγησης στην περίπτωση που έχει εκμισθωθεί, όπως εν προκειμένω, εν μέρει η επένδυση μετά την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης ολοκλήρωσής της και συνεχίζει από το μισθωτή η λειτουργία της στο ίδιο παραγωγικό αντικείμενο, ήτοι της κοινωνικής και πολιτιστικής προσφοράς.       Κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα αφενός δεν προκύπτει παραβίαση των σχετικών διατάξεων για την εκμίσθωση της επένδυσης και αφετέρου είναι πρόδηλη η ταυτότητα του αντικειμένου και του σκοπού της επένδυσης.
        Όθεν παρέπεται ότι οι προσβαλλόμενες έχουν εκδοθεί κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του νόμου κατά το μέρος που μας επιβάλλουν για τον ανωτέρω λόγω την επιστροφή του ποσού της επιχορήγησης και κατά το μέρος που επιβάλλουν τόκους επί του ποσού αυτού και άρα καθίστανται ακυρωτέες στο σύνολό τους, καθώς το παράνομο μέρος τους συνδέεται αρρήκτως με το λοιπό περιεχόμενο των αποφάσεων. 
        Σε αντίθετη περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη, αλλά η παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν 2941/2001, τότε σε περίπτωση εκμίσθωσης χωρίς την έγκριση του αρμόδιου για την έκδοση απόφασης υπαγωγής ή ολοκλήρωσης της επένδυσης οργάνου, καθίσταται αυτοδικαίως απαιτητό τμήμα της καταβληθείσας ενίσχυσης, ανάλογα με το τμήμα της επένδυσης που έχει εκμισθωθεί, ήτοι εν προκειμένω του πρώτου ορόφου (283 τμ.) και τμήματος του ισογείου (27 τμ.) τριώροφου κτηρίου.
        Κατά συνέπεια, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, καθίσταται αυτοδίκαιη και άμεση η υποχρέωση επιστροφής του αναλογούντος ποσοστού της επιχορήγησης, δίχως να γίνεται μνεία περί τόκων. Εν προκειμένω στην πρώτη προσβαλλόμενη ουδέν διαλαμβάνεται και αιτιολογείται σχετικά με την αναζήτηση για τον ανωτέρω λόγο του συνολικού ποσού της επιχορήγησης και της επιβολής τόκων επί αυτού. Τούτου παρέπεται ότι η προσβαλλόμενη εφαρμόζει πλημμελώς το νόμο και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας η οποία, εν προκειμένω, ρητά προστατεύεται και συνεπώς η προσβαλλόμενη καθίσταται ακυρωτέα. Ακυρωτέα καθίσταται και η δεύτερη των προσβαλλομένων ως ερειδόμενη στην πρώτη.                  
        Πάντως δε, κατά παράβαση του νόμου, για τον προσδιορισμό του παραπάνω επιστρεπτέου ποσού, η Διοίκηση δεν έχει προβεί σε ειδικώς και πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, από την οποία να προκύπτουν σαφή κριτήρια και να συνεκτιμάται η παραγωγικότητα της επενδύσεως εν γένει, αλλά ούτε και ο χρόνος λειτουργίας αυτής (η εν λόγω μίσθωση διήρκησε από 20.01.2001 έως 31.12.2006, ενώ η επιστροφή επιβάλλεται για όλο το υπερδεκαετές χρονικό διάστημα της επένδυσης) ούτως ώστε να καθίσταται σαφής ο προσδιορισμός του ύψους της επιστροφής της επιχορήγησης. Συνεπώς η απόφαση και για το λόγο αυτό είναι εξ ολοκλήρου ακυρωτέα. 
 
Τέταρτος λόγος
Σε συνέχεια του τρίτου λόγου:
Όλως επικουρικά, εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι η Ιερά Μονή μας οφείλει να επιστρέψει το όποιο ποσό της επιχορήγησης εντόκως – το οποίο αρνούμαστε, κατά τα προεκτεθέντα διευκρινίζεται ότι :
α. Στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 7781/ΝΝ711/ν.1892/90/21.02.2013 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων ορίζεται ότι η απόφαση υπαγωγής και ολοκλήρωσης της επένδυσης ανακαλείται για το χρονικό διάστημα από την 30.07.1998 (ημερομηνία εκταμίευσης 1ης δόσης επιχορήγησης) και μέχρι την 08.02.2013, ήτοι πέραν της συμπλήρωσης δεκαετίας από την έκδοση και δημοσίευση της υπ’αριθμ. πρωτ. 50083/ΝΝ711/Ν.1892/90/25.02.2000 (ΦΕΚ ΤΑΠΣ 29/9.3.2000) απόφασης ολοκλήρωσης και πιστοποίησης έναρξης παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης και οριστικοποίησης του κόστους αυτής. Με το σκεπτικό αυτό, το χρονικό διάστημα για το οποίο θα έπρεπε κατά την άποψη αυτή να υπολογισθούν τόκοι επί της κύριας οφειλής είναι από 09.10.2009, ημερομηνία της έκθεσης του Κεντρικού Οργάνου Ελέγχου με την οποία (υποθέτουμε ότι) διαπιστώθηκε η όποια τυχόν μη τήρηση όρου της απόφασης της επιχορήγησης της επένδυσης, μέχρι την 26.02.2013, ημερομηνία δημοσίευσης στο ΦΕΚ της απόφασης ολικής ανάκλησης, καθώς κατά το χρόνο αυτόν το ποσό καθίσταται «αμέσως απαιτητό» σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 18 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, η περαιτέρω δε καθυστέρηση στην βεβαίωση και είσπραξη του ποσού αποτελεί γεγονός αναγόμενο στην αποκλειστική σφαίρα ευθύνης της Διοίκησης, για το οποίο ουδεμία ευθύνη φέρει η Ιερά Μονή μας, ή εμείς προσωπικά και ως εκπρόσωποι αυτής και δεν δύναται να επιβαρυνθούμε δυσμενών για ημάς συνεπειών. Κατ’ ακολουθίαν, και υπό την ανωτέρω εκδοχή η προσβαλλόμενη πράξη πάσχει και πρέπει να ακυρωθεί.
β. Εξάλλου, η δεύτερη προσβαλλόμενη, η οποία λαμβάνει υπόψη της την υπ’ αριθμ. πρωτ. 7781/ΝΝ711/ν.1892/90/21.02.2013 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων περί ολικής επιστροφής της καταβληθείσας επιχορήγησης εντόκως, πέραν του ανωτέρω λόγου που πλήττει το κύρος της, είναι μη νόμιμη και έχει εκδοθεί – ως προς τον υπολογισμό των επιβαρύνσεων από τόκους - κατά παράβαση της ανακλητικής απόφασης.
Ειδικότερα, στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 7781/ΝΝ711/ν.1892/90/21.02.2013 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων ορίζεται ότι μετά τη δημοσίευση της περίληψης της εν λόγω απόφασης στο ΦΕΚ θα συνταχθεί χρηματικός κατάλογος ο οποίος θα διαβιβασθεί στην Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου και θα αναγράφει το ποσό της κύριας οφειλής ύψους 647.114,00 €, τις επιβαρύνσεις από τόκους από 30.07.1998 μέχρι 08.02.2013 ύψους 925.645,00€, καθώς και τις επιβαρύνσεις από νόμιμους τόκους για το χρονικό διάστημα από 08.03.2013 μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του χρηματικού καταλόγου. Με το σκεπτικό αυτό, για το χρονικό διάστημα από 08.02.2013 και έως 07.03.2013 δεν θα έπρεπε κατά την άποψη αυτή να υπολογισθούν τόκοι επί της κύριας οφειλής. Ωστόσο στην δεύτερη προσβαλλόμενη ρητά αναφέρεται ότι από το χρονικό διάστημα από 08.02.2013 και έως 26.02.2013 –που θεωρείται η ημερομηνία σύνταξης του χρηματικού καταλόγου- επιβάλλονται τόκοι ύψους 2.712,00 €, για τους οποίους δεν υπάρχει κανένα νόμιμο έρεισμα, ούτε από την προσβαλλόμενη απόφαση ανάκλησης.  Τούτου παρέπεται ότι πρέπει η προσβαλλόμενη να ακυρωθεί.
        Πέμπτος λόγος 
        Εν προκειμένω, με την πρώτη προσβαλλόμενη υπολογίσθηκε σε βάρος της Ιεράς Μονής μας ποσό τόκων ύψους 925.645,00 € και με την δεύτερη προσβαλλόμενη υπολογίσθηκε σε βάρος της Ιεράς Μονής πλέον του προαναφερθέντος ποσού τόκων και ποσό τόκων ύψους 2.712,00 €, ήτοι συνολικό ποσό τόκων ύψους 928.357,00 €. Το ποσό αυτό ισούται με το 143% του συνολικού ποσού της επιχορήγησης την οποία έλαβε η Ιερά Μονή μας σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 50083/ΝΝ711/Ν.1892/90/25.2.2000 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας περί ολοκλήρωσης, πιστοποίησης έναρξης παραγωγικής λειτουργίας της ειδικής επένδυσης της Ιεράς Μονής μας και οριστικοποίηση του κόστους αυτής, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 647.114,00 €, συμπεριλαμβανομένης της παρακράτησης του 4 %ο, που ανέρχεται σε ποσό 1.555,40 €. Μάλιστα, εφόσον στο ανωτέρω ποσό επιβαρύνσεων από τόκους προστεθεί και το ποσό της κύριας οφειλής, δηλ. το σύνολο της επιχορήγησης το οποίο ορίσθηκε ως επιστρεπτέο και ανέρχεται σε 647.114,00 €, θα πρέπει να επιστρέψουμε συνολικά ποσό 1.575.471,00 €, ποσό το οποίο υπερβαίνει, κατά πολύ, το συνολικώς εισπραχθέν από την Ιερά Μονή μας ποσό της επιχορήγησης (647.114,00 €).
        Με τα δεδομένα αυτά, η επιστροφή από την Ιερά Μονή μας του ποσού αυτού ενέχει την μορφή διοικητικής κύρωσης, η οποία επιβάλλεται χωρίς να προβλέπεται ευθέως και ρητά στο νόμο.
        Πέραν τούτου, η επιβολή και βεβαίωση σε βάρος μας του ανωτέρω ποσού, οιαδήποτε νομική μορφή και αν έχει, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθώς είναι προφανώς δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και τις εν γένει συνθήκες της κρινόμενη περίπτωσης, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος πρώτον, ότι η Ιερά Μονή μας πραγματοποίησε την επένδυση – όπως πιστοποιήθηκε από τα αρμόδια όργανα ελέγχου – και δεύτερον, ότι αυτή πράγματι λειτούργησε για όλο το απαιτούμενο χρονικό διάστημα (άλλως πλέον του ημίσεως του απαιτουμένου). Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη διαρρηγνύει την αρχή της δίκαιης ισορροπίας που οφείλει να υπάρχει ανάμεσα στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και στην προστασία της ατομικής περιουσίας, στο πλαίσιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που θέτει η ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ έχει ήδη κατοχυρώσει τη σχέση αυτή ως θεμελιώδη για την προστασία του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας από την αρχή της δραστηριότητάς του (ίδετε Sporrong & Lonnroth, Σειρά Α΄Νο 52) έως και σήμερα (Ιατρίδης κατά Ελλάδας, Reports of Judgments & Decisions 1999 και Grifhorst κατά Γαλλίας, 26-2-2009), στο πλαίσιο της οποίας απαιτεί η Διοίκηση και τα Δικαστήρια των κρατών – μελών στη σύμβαση να αναζητούν τη σχέση αναλογικότητας που πρέπει να διέπει κάθε μέτρο επέμβασης στην ατομική περιουσία και τον επιδιωκόμενο σκοπό εξασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος, έχοντας βέβαια υπ’όψιν το πεδίο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει το κράτος σε περιπτώσεις αναζήτησης εισφορών ή επιβολής προστίμων. Τον σεβασμό της ίδιας αρχής της αναλογικότητας απαιτεί και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο πλαίσιο ελέγχου της εφαρμογής από τα κράτη μέλη της ελεύθερης διακίνησης των κεφαλαίων, σύμφωνα με το άρθρο 56 της ΣυνθΕΟΚ (ίδετε Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας C-210/91, Siesse C-36/94 και Λουλουδάκης C-262/99). Επιπλέον, το ΔΕΚ τόνισε με έμφαση ότι τα διάφορα μέτρα ελέγχου της περιουσίας δεν πρέπει να εξομοιώνονται με ποινή και μάλιστα δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε να αναιρούνται στην ουσία τους οι ελευθερίες που κατοχυρώνει η Συνθήκη.
        Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της νομολογίας των ευρωπαϊκών δικαιοδοτικών οργάνων αλλά και τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες βεβαιώθηκαν οι τόκοι, είναι προφανές ότι το υπέρογκο ύψος των επιβαλλομένων τόκων παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και επομένως ανατρέπεται η δίκαιη ισορροπία που οφείλει να διέπει κάθε περιορισμό της ιδιοκτησίας. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί βάσιμα η άποψη ότι ενόψει των χαρακτηριστικών τους αυτών οι βεβαιωθέντες σε βάρος μας τόκοι στην ουσία λειτουργούν ως διοικητική κύρωση.Συνεπώς, η απαίτηση επιστροφής από την Ιερά Μονή μας του προαναφερθέντος ποσού αντίκειται στο αρθ. 17 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει την ιδιοκτησία και στο αρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Συνεπώς οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι και εξ αυτών των λόγων ακυρωτέα.    

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΙΤΟΥΜΕΘΑ

1. Να γίνει δεκτή στο σύνολό της η παρούσα προσφυγή.

2. Να ακυρωθούν, άλλως να τροποποιηθούν,

αφενός η υπ’ αριθμ. πρωτ. 7781/ΝΝ711/ν.1892/90/21.02.2013 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, σχετική με την ανάκληση της υπ’αριθμ. πρωτ. 64131/ΜΜ711/ν.1892/90/4.12.1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 1982/90 επένδυση της «Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου» και κατά το μέρος κατά το οποίο προσδιορίζει σε βάρος της «Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου» ποσό κύριας οφειλής ύψους 647.114,00 € και επιβαρύνσεις από τόκους από 30.07.1998 μέχρι 08.02.2013, ύψους ποσού 925.645,00 €, καθώς και επιβαρύνσεις από τόκους για το χρονικό διάστημα από 08.03.2013 μέχρι την ημερομηνία σύνταξης χρηματικού καταλόγου και αφετέρου η υπ’αριθμ. πρωτ. 11349/ΝΝ711/ν.1892/90/13.03.2013 πράξη Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Ιδιωτικών Επενδύσεων, της Γενικής Γραμματείας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, κατά το μέρος κατά το οποίο επιβάλλει σε βάρος της Ιεράς Μονής την υποχρέωση έντοκης επιστροφής του προσδιορισθέντος ως επιστρεπτέου ποσού επιχορήγησης και προσδιορίζει το ποσό αυτό σε 1.575.471,00 € (η έντοκη επιστροφή του προσδιορισθέντος με την ανακλητική απόφαση ποσού 647.114,00 €, υπολογίζονται επιβαρύνσεις από τόκους για το χρονικό διάστημα από 30.07.1998 έως 08.02.2013, ύψους ποσού 925.645,00 €, επιβαρύνσεις από τόκους για το χρονικό διάστημα από 08.02.2013 μέχρι 26.02.2013-ημερομηνία σύνταξης χρηματικού καταλόγου, σύμφωνα με την απόφαση- ποσού ύψους 2.712,00 € και ζητείται από την Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου η σε βάρος της Ιεράς Μονής βεβαίωση συνολικού ποσού ύψους 1.575.471,00 €, καθώς και κάθε άλλης συναφή πράξη ή παράλειψη της Διοίκησης, προγενέστερη ή μεταγενέστερη. 

3. Να καταδικασθούν οι αντίδικοι στην εν γένει δικαστική μας δαπάνη.

Συνοπτική έκθεση δικογράφου:
 Οι προσβαλλόμενες παρίστανται παράνομες και ακυρωτέες, διότι:
Πρώτον, αφενός οι προσβαλλόμενες, ως προς το ζήτημα επιστροφής του συνολικού ποσού και των τόκων έχουν εκδοθεί αναρμοδίως και αφετέρου δεν προβλέπεται εκ του νόμου ανάκληση της απόφασης υπαγωγής στον Ν. 1892/1990.

 Δεύτερον, οι προσβαλλόμενες έχουν εκδοθεί α) χωρίς νόμιμο έρεισμα, καθώς η έντοκη επιστροφή του προσδιορισθέντος ως επιστρεπτέου ποσού δεν ορίζεται στο νόμο και κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας της Διοίκησης, σύμφωνα με την οποία η Διοίκηση δύναται να πράξει μόνον ό,τι ρητά της επιτρέπεται, β) κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας, όπως αυτή ορίζεται στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ και γ) κατά παράβαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου.

Τρίτον, εν όψει της ανακλήσεως, η Διοίκηση σύμφωνα με τις εκάστοτε ειδικές συνθήκες της υποθέσεως οφείλει να αποφασίσει αιτιολογημένα την επιστροφή τμήματος μόνο της καταβληθείσης επιχορηγήσεως. Τέταρτον, η Διοίκηση έχει προβεί σε εσφαλμένο υπολογισμό χρονικού διαστήματος επιβολής τόκων για το εισπρακτέο ποσό της επιχορήγησης της ολοκληρωθείσας επένδυσης. Πέμπτον, η εν λόγω επιβολή τόκων δεν προβλέπεται σε νόμο και σε κάθε περίπτωση παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.


Αθήνα, 25.04.2013
Η πληρεξούσια δικηγόρος