Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2002

Απόφαση Αρ. 2094 / 2002 Συμβουλίου Επικρατείας

Το Συμβούλιο Επικρατείας ακυρώνει με την Απόφασή του, την πράξη του Μητροπολίτη Ναυπάκτου, περί απολύσεως του ιεροκήρυκα, διότι η πράξη απολύσεως εκδόθηκε παρανόμωςδεδομένου του ότι δεν προηγήθηκε απόφαση αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου.

ΣτΕ 2094/2002 
Αριθμός Απόφασης : 2094
'Ετος : 2002
Δικαστήριο : Συμβούλιο της Επικρατείας

Απόφαση Αρ. 2094_2002 Συμβ.Επικρατείας.pdf - https://drive.google.com/file/d/0B4RsXv2nzziEa3ZkNmdzTk1BNHBCOUVIR01MeTFxU1JPc1dN/view?usp=sharing


ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2002, με την εξής σύνθεση : Γ. Σταυρόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ`  Τμήματος, Α. Γκότσης, Ν. Μαρκουλάκης, Σύμβουλοι, Γ. Ποταμιάς, Κ. Πισπιρίγκος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Μουζάκη, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 3 Ιουνίου 2000 αίτηση :

του Ιγνάτιου Σταυρόπουλου, Ιεροκήρυκα, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο** (Α.Μ. ***), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά των :... ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ** (Α.Μ. **), που τον διόρισε με πρακτικό της η Διαρκής Ιερά Σύνοδος,... η οποία παρέστη με τον δικηγόρο *** (Α.Μ. ***), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 283/17.4.2000 πράξη του Μητροπολίτου της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεου και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Κ. Πισπιρίγκου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους πληρεξουσίους της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ιεράς Μητροπόλεως ***, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου, κ α ι

Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο ν   Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση κατεβλήθησαν τα νόμιμα τέλη (διπλότυπα υπ' αριθμ. 2721111/2000 της Δ.Ο.Υ. Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών) και το παράβολο (υπ' αριθμ. Α. 189263, 4978603-4/2000 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, καθ' ερμηνείαν του δικογράφου, η ακύρωση της υπ' αριθμ. ΝΖ΄/17.4.2000 πράξεως του Μητροπολίτη της Ιεράς Μητροπόλεως *** (ΦΕΚ 107/24.4.2000, τεύχος ΝΠΔΔ), με την οποία ο αιτών απολύθηκε από την θέση του ιεροκήρυκα της ως άνω Ιεράς Μητροπόλεως.

3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το ένδικο βοήθημα έχει χαρακτήρα αιτήσεως ακυρώσεως και όχι προσφυγής ουσίας του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος, διότι με αυτό δεν προσβάλλεται απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, αλλά πράξη άλλου οργάνου, με την οποία απαγγέλλεται η απόλυση υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΣτΕ 1770, 2293/1983 Ολομ. κ.α.).

4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αφορά την υπηρεσιακή κατάσταση ιεροκήρυκα του νομικού προσώπου της Ιεράς Μητροπόλεως ****, δηλαδή εκκλησιαστικού υπαλλήλου, ο οποίος δεν χαρακτηρίζεται ανώτατος από την νομοθεσία που τον διέπει (βλ. άρθρο 25 του Ν. 817/1978, Α΄ 170, και άρθρα 1 παρ. 2 εδαφ. β΄, 27 παρ. 3 και 150 του Κανονισμού υπ' αριθμ. 5/1978 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων», Α΄ 48, όπως το άρθρο 150 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Κανονισμού υπ' αριθμ. 12/1980, Α΄ 272). Συνεπώς, αρμόδιο για την εκδίκαση της αιτήσεως είναι, κατ' αρχήν, το Διοικητικό Εφετείο Πατρών, στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η Ιερά Μητρόπολη *** (άρθρα 1 παρ. 1 και 2 και 3 παρ. 1 του Ν. 702/1977, Α΄ 268, όπως το άρθρο 1 ισχύει μετά την αντικατάστασή του αρχικά με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, Α΄ 112, και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του Ν. 2944/2001, Α΄ 222). Λόγω, όμως, της σπουδαιότητος των νομικών ζητημάτων της υποθέσεως, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να κρατήσει και να δικάσει την αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 1968/1991 (Α΄ 150).

5. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση δεν ζητείται η ακύρωση πράξεως οργάνου διοικήσεως του νομικού προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Παρά ταύτα, η Εκκλησία της Ελλάδος παρέστη κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με πληρεξούσιο δικηγόρο και εζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως ακυρώσεως χωρίς να έχει ασκήσει παρέμβαση με κατάθεση δικογράφου σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 2 του Π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8). Με τα δεδομένα αυτά, δεν υπήρξε νόμιμη η παράσταση στην παρούσα δίκη του νομικού προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ούτε ως κυρίου διαδίκου, ούτε ως παρεμβαίνοντος.

6. Επειδή, στην παρ. 2 του άρθρου 42 του Ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας» (Α΄ 146) ορίζονται τα εξής : «Τα προσόντα, η διαδικασία διορισμού, προαγωγής, μεταθέσεως, χορηγήσεως πάσης φύσεως αδειών, τα της πειθαρχικής διώξεως και χορηγήσεως ηθικών αμοιβών, τα των θέσεων, ως και παν έτερον ζήτημα αφορών εις την εν γένει υπηρεσιακήν κατάστασιν του υπαλληλικού προσωπικού της Εκκλησίας της Ελλάδος, των Ιερών Μητροπόλεων, των Ιερών ενοριακών ναών, του ΟΔΕΠ, της Αποστολικής Διακονίας, του Διορθοδόξου Κέντρου, των Ιερών Μονών, ως και παντός ετέρου εκκλησιαστικού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών του Κλήρου Οργανισμών, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 38 του παρόντος, ρυθμίζονται κατ' αναλογίαν των διατάξεων του Κώδικος περί δημοσίων υπαλλήλων, ως αύται εφαρμόζονται επί υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., δι' αποφάσεων της Δ.Ι.Σ., δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως . . .». Κατ' επίκληση της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως εκδόθηκε ο Κανονισμός υπ' αριθμ. 5/1978 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» (Α΄ 48), ο οποίος περιέλαβε ειδικές ρυθμίσεις για τους ιεροκήρυκες. Σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ. 2, 27 παρ. 3 και 150 του Κανονισμού αυτού, όπως το άρθρο 150 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Κανονισμού υπ'  αριθμ. 12/1980 (Α΄ 272), οι ιεροκήρυκες είναι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις των γραφείων της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, Κλάδου ΑΤ6 Ιεροκηρύκων, εξελίσσονται σε βαθμούς υπαλληλικής ιεραρχίας με εισαγωγικό τον 6ο και καταληκτικό τον 2ο, χαρακτηρίζονται ανώτεροι υπάλληλοι εφ' όσον κατέχουν βαθμούς από τον 5ο μέχρι τον 2ο και υπάγονται για τα θέματα της υπηρεσιακής καταστάσεώς τους, ανάλογα με τον βαθμό τους, στην κρίση πενταμελούς ή τριμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου, τα οποία λειτουργούν στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο και συγκροτούνται κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 του Κανονισμού υπ' αριθμ. 5/1978. Τα υπηρεσιακά αυτά συμβούλια είναι και πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια σύμφωνα με τα άρθρα 101 περιπτ. Β΄ και 107 παρ. 1 και 2 του ως άνω Κανονισμού, αρμόδια για την επιβολή στους ιεροκήρυκες όλων των προβλεπομένων από τις διατάξεις του ίδιου Κανονισμού πειθαρχικών ποινών, συμπεριλαμβανομένης και της ποινής της οριστικής παύσεως, η οποία προβλέπεται για τα πειθαρχικά παραπτώματα της παρ. 4 του άρθρου 93. Τέλος, εάν επιβληθεί η πειθαρχική ποινή οριστικής παύσεως από το πρωτοβάθμιο ή το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο και καταστεί εκτελεστή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 101 και 124, ακολουθεί έκδοση πράξεως απολύσεως σύμφωνα με τα άρθρα 126 παρ. 1 και 136 περιπτ. α΄. Οι διατάξεις αυτές του Κανονισμού υπ' αριθμ. 5/1978 συμπληρώνουν τις διατάξεις του Κανονισμού υπ' αριθμ. 13/1970 «Περί των Ιεροκηρύκων της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α΄ 242), σύμφωνα με τις οποίες άγαμοι κληρικοί, πτυχιούχοι θεολογικής σχολής, διορίζονται σε θέσεις ιεροκηρύκων με σχετικές πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου προκειμένου να υπηρετούν στις Ιερές Μητροπόλεις ως επίκουροι των Μητροπολιτών στο κήρυγμα του χριστιανικού λόγου και στην διδασκαλία των χριστιανών, έχοντας όμως ιδιότητα υπαλλήλων (δοκίμων κατά τον διορισμό τους και μονίμων ύστερα από διετή ευδόκιμη υπηρεσία) του νομικού προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος και όχι των Μητροπόλεων, στις οποίες υπηρετούν από τον διορισμό ή την έκδοση μεταγενέστερης πράξεως περί μεταθέσεώς τους (βλ. άρθρα 1, 2,7, 8 και 10 του Κανονισμού υπ' αριθμ. 13/1970).

7. Επειδή, σε μεταγενέστερο χρόνο, με τις διατάξεις των παρ. 1, 5 και 6 του άρθρου 25 του Ν. 817/1978 (Α΄ 170) ο νομοθέτης συνέστησε εβδομήντα (70) νέες θέσεις ιεροκηρύκων, προέβλεψε την κατανομή των θέσεων αυτών στις Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με έκδοση Π.Δ/τος και όρισε ότι τις θέσεις αυτές καταλαμβάνουν άγαμοι κληρικοί, πτυχιούχοι θεολογικής σχολής, οι οποίοι διορίζονται με πράξη του οικείου Μητροπολίτη και υπόκεινται σε ειδικό νομοθετικό καθεστώς μισθοδοσίας, υγειονομικής περίθαλψης και ασφάλισης. Μία από τις θέσεις αυτές κατανεμήθηκε στην Ιερά Μητρόπολη *** με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 582/1980 (Α΄ 158). Στην θέση αυτή διορίσθηκε ο αιτών, με την υπ' αριθμ. 2/10.10.1983 πράξη του Μητροπολίτη της ως άνω Ιεράς Μητροπόλεως. Τέλος, από την θέση αυτή απολύθηκε ο αιτών, με την πράξη που προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως.

8. Επειδή, η θέση του άρθρου 25 του Ν. 817/1978, στην οποία διορίσθηκε ο αιτών, έχει χαρακτήρα οργανικής θέσεως ιεροκήρυκα - εκκλησιαστικού υπαλλήλου του νομικού προσώπου της Ιεράς Μητροπόλεως ***. Συνεπώς, τα ζητήματα της υπηρεσιακής καταστάσεώς του διέπονται από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη γενικές διατάξεις των Κανονισμών υπ' αριθμ. 5/1978 «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων», και υπ' αριθμ. 13/1970 «Περί των Ιεροκηρύκων της Εκκλησίας της Ελλάδος», εφαρμοζόμενες αναλόγως, διότι η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων αυτών δεν αποκλείεται ούτε από ειδικές ρυθμίσεις του νομοθέτη, ούτε από ειδικές κανονιστικές διατάξεις εκδοθείσες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 42 παρ. 2 του Ν. 590/1977 «Περί του Κατασταστικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος». Συγκεκριμένα, εφαρμόζονται αναλόγως, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του άρθρου 7 του Κανονισμού υπ' αριθμ. 13/1970 σχετικά με την μονιμότητα, καθώς επίσης και οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 93 παρ. 4, 101, 107 παρ. 1 και 2, 124, 126 παρ. 1 και 136 περιπτ. α΄ του Κανονισμού υπ' αριθμ. 5/1978 σχετικά με την πειθαρχική δίωξη που καταλήγει σε έκδοση αποφάσεως υπηρεσιακού συμβουλίου περί επιβολής πειθαρχικής ποινής οριστικής παύσεως και, περαιτέρω, σε έκδοση πράξεως απολύσεως, εφαρμόζονται δηλαδή οι διατάξεις που διέπουν τους ιεροκήρυκες - εκκλησιαστικούς υπαλλήλους του νομικού προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος σχετικά με τα ζητήματα αυτά. Ειδικότερα δε, εν όψει του περιεχομένου της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 42 παρ. 2 του Ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», η οποία παρατίθεται στην έκτη σκέψη και με την οποία ο νομοθέτης επιτρέπει την κανονιστική ρύθμιση των θεμάτων υπηρεσιακής καταστάσεως των εκκλησιαστικών υπαλλήλων των ιερών Μητροπόλεων μόνον «... κατ' αναλογίαν των διατάξεων του Κώδικος περί δημοσίων υπαλλήλων, ως αύται εφαρμόζονται επί υπαλλήλων ΝΠΔΔ ...», δεν είναι, πάντως, επιτρεπτό να αποκλεισθεί με κανονιστική διάταξη η αρμοδιότητα υπηρεσιακού συμβουλίου για την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως στους ιεροκήρυκες - εκκλησιαστικούς υπαλλήλους των Ιερών Μητροπόλεων, διότι μία ρύθμιση με αυτό το περιεχόμενο θα ήταν αντίθετη με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη. Αντιθέτως, θα ήταν επιτρεπτό να συγκροτηθούν γι' αυτούς με κανονιστική διάταξη ειδικά υπηρεσιακά συμβούλια, αν ήθελε επιδιωχθεί από τον κανονιστικό νομοθέτη η εξαίρεσή τους από την πειθαρχική αρμοδιότητα των υπηρεσιακών συμβουλίων του Κανονισμού υπ' αριθμ. 5/1978.
9. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως *** εξέδωσε την προσβαλλομένη πράξη απολύσεως του αιτούντος από την θέση του ιεροκήρυκα της ως άνω Ιεράς Μητροπόλεως, διότι κατελόγισε σ' αυτόν το πειθαρχικό παράπτωμα της συμμετοχής σε εταιρεία περιωρισμένης ευθύνης, το οποίο επισύρει την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 4 περιπτ. ιβ΄ και το άρθρο 36 παρ. 1 του Κανονισμού υπ' αριθμ. 5/1978 «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων», καθώς επίσης και τα παραπτώματα της κακής συμπεριφοράς, των αδικαιολογήτων μετακινήσεων μακράν της Ιεράς Μητροπόλεως και της απειθείας.
Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα, η προσβαλλομένη πράξη απολύσεως εκδόθηκε παρανόμως, δεδομένου ότι δεν προηγήθηκε απόφαση αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου, κατά τις διατάξεις του ως άνω Κανονισμού, για την επιβολή στον αιτούντα της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή γι' αυτόν τον λόγο ακυρώσεως που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (πρβλ. ΣτΕ 2306/1991, 157/1983, 3526/1980) και αποβαίνει αλυσιτελής η έρευνα των προβαλλομένων λόγων.
Δ ι α  τ α ύ τ α
Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει την υπ' αριθμ. ΝΖ΄/17.4.2000 Πράξη του Μητροπολίτη της Ιεράς Μητροπόλεως *** (ΦΕΚ 107/24.4.2000, τεύχος ΝΠΔΔ), περί απολύσεως του αιτούντος από την θέση του ιεροκήρυκα της ως άνω Ιεράς Μητροπόλεως.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και
Επιβάλλει στην Ιερά Μητρόπολη *** το ποσόν των επτακοσίων εξήντα (760) ευρώ, ως δικαστική δαπάνη του αιτούντος.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2002

Ο Πρόεδρος του Γ΄Τμήματος       
Γ. Σταυρόπουλος
Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος Δ. Μουζάκη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 18ης Ιουλίου
2002.

Η Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Διακοπών Αθ. Τσαμπάση             
Η Γραμματέας Δ. Τετράδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου