Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΔΙΑΓΡΑΦΗΣ ΜΟΝΑΧΩΝ


 

Προς την Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας

ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ

1.- Ιγνάτιου (Πλάτωνα –Απόστολου) Σταυρόπουλου του Σπυρίδωνος, κατοίκου Ναυπάκτου, εγκαταβιούντος και φιλοξενουμένου στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου.

2.- Χρυσόστομου (Ανδρέα) Τρομπούκη του Νικολάου, κατοίκου Ναυπάκτου, εγκαταβιούντος και φιλοξενουμένου στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου.

ΚΑΤΑ

1) Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Εκκλησία της Ελλάδος» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ιωάννου Γενναδίου αριθμ. 14 και εκπροσωπείται νόμιμα και

2) Της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ιωάννου Γενναδίου 14 και εκπροσωπείται νόμιμα.

ΠΕΡΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ


Της υπ’ αριθμ. 4715/207/9/23.10.2012 Πράξεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

***************************
Κατά της ανωτέρω πράξεως άσκησα νομότυπα και εμπρόθεσμα την από 19-12-2012 αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου σας, η οποία έχει επί λέξει ως εξής:

«ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Α Ι Τ Η Σ Η   Α Κ Υ Ρ Ω Σ Ε Ω Σ


1.- Ιγνάτιου (Πλάτωνα –Απόστολου) Σταυρόπουλου του Σπυρίδωνος, κατοίκου Ναυπάκτου, εγκαταβιούντος και φιλοξενουμένου στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου.

2.- Χρυσόστομου (Ανδρέα) Τρομπούκη του Νικολάου, κατοίκου Ναυπάκτου, εγκαταβιούντος και φιλοξενουμένου στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου.

ΚΑΤΑ

1) Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Εκκλησία της Ελλάδος» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ιωάννου Γενναδίου αριθμ. 14 και εκπροσωπείται νόμιμα και

2) Της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ιωάννου Γενναδίου 14 και εκπροσωπείται νόμιμα.

για την ακύρωση


Της υπ’ αριθμ. 4715/207/9/23.10.2012 Πράξεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

*************************************
Ι. Η προσβαλλόμενη Συνοδική πράξη – Ιστορικό

[1]. Στις 30-10-2012 και με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 413/2012 διαβιβαστικό έγγραφο του Μητροπολίτη Ναυπάκτου, μάς κοινοποιήθηκε η προσβαλλόμενη αριθμ. πρωτ. 4715/207/9/23.10.2012 Απόφαση της Διαρκούς Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την οποία το εν λόγω Συνοδικό Όργανο του ΝΠΔΔ της Εκκλησίας της Ελλάδος (άρθ. 1 παρ. 4 Ν. 590/1977), αποφάσισε να διαγράψει εμάς τους αιτούντες από το Μοναχολόγιο της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου [συνημ. 1, 2].
[2].  Οι αιτούντες, ειδικότερα, είμαστε μοναχοί ο μεν πρώτος εξ ημών ήδη από το 1980 ο δε δεύτερος εξ ημών από το 1989, έτη κατά το οποία τελέσθηκαν οι κουρές μας αντίστοιχα (στις 6 Σεπτεμβρίου 1980 του πρώτου εξ ημών και στις 8 Μαρτίου 1989 του δεύτερου εξ ημών), στην ανωτέρω Ιερά Μονή, που είναι ΝΠΔΔ.

Αμέσως μετά, εγγραφήκαμε ―όπως προβλέπουν σχετικές διατάξεις της πολιτειακής και εκκλησιαστικής νομοθεσίας, που θα αναπτύξουμε πιο κάτω― στο δημόσιο βιβλίο του Μοναχολογίου της ίδιας Μονής μας, στην οποία και έκτοτε διαβιώνουμε (επί 32 συναπτά έτη ο πρώτος εξ ημών και επί 23 έτη ο δεύτερος εξ ημών!) απρόσκοπτα, με ομόνοια, αγαστή σύμπνοια και χωρίς το παραμικρό πρόβλημα με τα υπόλοιπα μέλη της Αδελφότητας.

Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος αιτών ανήκω στα ιδρυτικά μέλη της Μοναστικής Κοινοβιακής Αδελφότητος της Ι. Μονής μας, ασκώντας ευδοκίμως από της ιδρύσεως (1980) τού ως άνω ΝΠΔΔ έως σήμερα, καθήκοντα Γραμματέως του. Λόγω της πρωτοστατήσεώς μου αλλά και των κόπων και φροντίδων που κατέβαλα για την ίδρυση και θεμελίωση της Μονής μας, στις 10 Σεπτεμβρίου 1980, προτάσει του τότε Καθηγουμένου αυτής, χειροτονήθηκα στο βαθμό του Διακόνου. Ακολούθως, δε, λόγω της άκρως επιτυχούς ανταποκρίσεώς μου στα πνευματικά και διοικητικά καθήκοντα και τις ευθύνες που συνεπαγόταν η θέση μου καθώς και οι σχέσεις μου με όλα τα υπόλοιπα μέλη της Μονής, χειροτονήθηκα στις 25-12-1985 Πρεσβύτερος, με ταυτόχρονη απονομή (χειροθεσία) του οφφικίου του Αρχιμανδρίτη.
[3] Η προσβαλλόμενη αναφέρει αναληθώς, αορίστως και χωρίς το οποιοδήποτε αποδεικτικό έρεισμα, ότι αιτία της εκδόσεώς της υπήρξε η εκ μέρους μου «άρνηση υπογραφής» κάποιου εγγράφου των Πρακτικών της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητος της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Ο ισχυρισμός όμως αυτός ξενίζει, για την παράδοξη ευκολία με την οποία διατυπώνεται, ακριβώς διότι έχω (και εγώ, όπως όλα τα μέλη της Αδελφότητας) υπογράψει κάθε πρωτότυπο Πρακτικό της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητος, του οποίου μάλιστα φέρω και την ευθύνη της φυλάξεως, υπό την ιδιότητα του Γραμματέα της Μονής!

Η εσφαλμένη όμως αυτή πληροφόρηση της εκδόσασας την προσβαλλόμενη Πράξη Διαρκούς Ι. Συνόδου, θα είχε ασφαλώς αποφευχθεί, αν η εν λόγω Διοικητική Αρχή έπραττε αυτό που είναι αυτονόητο αλλά και εκ του νόμου υποχρεωτικό, για κάθε διοικητική αρχή: ήτοι, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 20 § 2 Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, με καλούσε, πριν την έκδοση της άκρως βλαπτικής για εμένα προσβαλλόμενης Πράξεως, σε προηγούμενη ακρόασή μου, ως διοικουμένου.

[4] Ο δεύτερος αιτών, τυγχάνω μέλος της ίδιας Μοναστικής Κοινοβιακής Αδελφότητος, με μοναχική κουρά από τις 8 Μαρτίου 1989, κανονική χειροτονία στο βαθμό του Διακόνου από τις 16-2-1997, υπηρετώντας έκτοτε ευδοκίμως εις τα διακονήματα της Μονής ως Ιεροψάλτης, ως Διάκονος καθώς και από πολλές άλλες υπεύθυνες θέσεις.

Ουδέποτε αρνήθηκα να θέσω την υπογραφή μου στα Πρακτικά της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητας ―πλην, όπως είναι αυτονόητο, των περιπτώσεων που είτε απουσίαζα δικαιολογημένα είτε δεν εκλήθην αρμοδίως να συμμετάσχω.

Όπως συνέβη και με τον πρώτο αιτούντα, έτσι και με εμένα: ουδέποτε εκλήθην από την Διαρκή Ι. Σύνοδο να παράσχω εξηγήσεις για όσα μού καταμαρτυρεί. Αν τούτο συνέβαινε, ασφαλώς και θα παρείχα κάθε απόδειξη ότι οι αποδιδόμενες σε εμένα «κατηγορίες» (διότι τελικώς περί αυτού πρόκειται στην ουσία: περί δυσμενεστάτου διοικητικού μέτρου), ουδόλως ευσταθούν, αφού πάντοτε υπέγραψα κάθε έγγραφο της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητος στην οποία συμμετείχα.

ΙΙ. Νομική φύση και αξιολόγηση της προσβαλλόμενης πράξεως

[1].- Η πιο πάνω Ι. Μονή, στην Αδελφότητα της οποίας ανήκουμε ως μέλη, αποτελεί ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 1 § 4 Ν. 590/1977, «περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», (ΕτΚ Α΄ 146), ως και τού άρθ. 2 περίπτ. β΄ του Κανονισμού της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος 39/1972, «περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ι. Μονών και των Ησυχαστηρίων», (ΕτΚ Α΄ 103).

Σύμφωνα με το άρ. 39 § 4 Ν. 590/1977: «4. Τα της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου και τα της διοικήσεως της Μονής καθορίζονται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου συμφώνως προς τους ιερούς κανόνας, τας μοναχικάς παραδόσεις και τους νόμους του Κράτους, δι’ Εσωτερικού Κανονισμού, δημοσιευομένου δια του δελτίου «Εκκλησία». Επιπλέον, κατά την ανάλογου περιεχομένου διάταξη του άρ. 2β΄ του Κανονισμού 39/1972: «Άπασαι αι εν τη Εκκλησία της Ελλάδος Ορθόδοξοι Ι. Μοναί, ανδρώαι ή γυναικείαι, αποτελούσι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δι­καίου και λειτουργούσιν επί τη βάσει ιδίου εκάστη Κανονισμού...».

Με ενεργοποίηση των πιο πάνω εξουσιοδοτικών διατάξεων, εκδόθηκε με έγκριση της Ι. Μητροπόλεως αλλά και της Ι. Συνόδου, ο «Εσωτερικός Κανονισμός της Ι. Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπακτίας», ο οποίος δημοσιεύθηκε στο επίσημο δελτίο «Εκκλησία» (Παράρτημα του Τεύχους υπ’ αριθ. 23-24/1-15.12.1984, έτος ΞΑ’, 1984, σελ. 43-53), και ο οποίος Εσωτερικός Κανονισμός, μη έχοντας ανακληθεί μέχρι σήμερα, ισχύει πλήρως έναντι πάντων (σύμφωνα και με το άρ 43 § 2 Συντάγματος, που θεσπίζει το θεσμό της νομοθετικής εξουσιοδότησης). Η ίδια όμως Ι. Μονή είχε ήδη ιδρυθεί ως ΝΠΔΔ παλαιότερα, δυνάμει του Π.Δ. 601/15.7.1980, «περί ιδρύσεως Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος παρά τη θέσει Αγ. Τριάς της Κοινότητος Σκάλας της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου», (ΕτΚ Α΄ 160/1980).
[2]. Από τις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού της αιτούσας Μονής μας προκύπτουν οι εξής ειδικότεροι κανόνες:

(α) Όργανα διοικήσεως της Ι. Μονής είναι: α) Ο Ηγούμενος, β) Το Ηγουμενοσυμβούλιο, και γ) η Σύναξη της Αδελφότητος (15 Εσωτερικού Κανονισμού).

(β) Ο Μητροπολίτης εγκρίνει την μετάπεμψιν Αδελφού τινος εις ετέραν Ι. Μονήν (άρθρ. 4 περ. η Εσωτερικού Κανονισμού).

(γ) Ο Μητροπολίτης εγκρίνει την απόσπασιν Αδελφού τινος εις ετέραν Ι. Μονήν (άρθρ. 4 περ. θ Εσωτερικού Κανονισμού).

(δ) Προκειμένου να απέλθει οριστικά Μοναχός από τη Μονή και να εγγραφεί σε άλλη Μοναστική Αδελφότητα, απαιτείται όπως, με συγκατάθεση και πρόταση του Ηγουμενοσυμβουλίου, λάβει κανονικό απολυτήριο από τον οικείο Επίσκοπο (άρθ. 58 Εσωτερικού Κανονισμού).

(ε) «Απόσπασις, μετάπεμψις και πάσα άλλη μεταβολή αδελφού δεν επιτρέπεται να γίνη άνευ συμφώνου γνώμης του Ηγουμενοσυμβουλίου» (άρθ. 61 Εσωτερικού Κανονισμού).

(στ) Η Αδελφότητα της Μονής είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίσει «άπαντα τα περί μεταβολής των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού» (29 και 34 εδ. δ΄ Εσωτερικού Κανονισμού).

Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, καταλήγουμε στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω Εσωτερικού Κανονισμού, τον οποίο ενέκρινε η ίδια η Ιερά Σύνοδος, οποιαδήποτε μεταβολή μέλους της Αδελφότητας αναφορικά προς τη σχέση του με την Αδελφότητα, όπως είναι και η διαγραφή του από το Μοναχολόγιο, δεν μπορεί να γίνει χωρίς σύμφωνη γνώμη των οικείων διοικητικών οργάνων της Ι. Μονής (Ηγουμενοσυμβουλίου και Αδελφότητας).
[3]. Το ‘Μοναχολόγιο’ αποτελεί δημόσιο βιβλίο, που επέχει θέση Μητρώου των μελών της οικείας Μοναχικής Αδελφότητας. Τηρείται μόνον από την οικεία Μονή, που είναι η μόνη αρμόδια να ενημερώνει ή τροποποιεί το περιεχόμενό του, και καμία άλλη διοικητική αρχή, όπως είναι η Διαρκής Ι. Σύνοδος ή η τοπική Ι. Μητρόπολη Ναυπάκτου (άρθ. 1 εδ. β΄ Ν.Δ. 1918/1942).

Έτσι, κατά την ΕφΛαρ 377/2010 (ΤΝΠ ‘Νόμος’ 577946), το Μοναχολόγιο τηρείται μόνον στη Μονή, ουδεμία δε διάταξη προβλέπει παράλληλη τήρηση Μοναχολογίου από οποιαδήποτε άλλη διοικητική αρχή. Για το λόγο αυτό, όταν ζητείται έγγραφη βεβαίωση περί της μοναχικής ιδιότητας και της συνδέσεως κάποιου μοναχού με ορισμένη Μονή, το άρθ. 1 εδ. β Ν.Δ. 1918/1942 ορίζει ότι προς τούτο αποτελεί πλήρη απόδειξη η βεβαίωση του οικείου Μητροπολίτη, εφόσον όμως στηρίζεται «εις υπεύθυνον δήλωσιν του ηγουμενοσυμΒουλίου ότι ούτος φέρεται εγγεγραμμένος εν τω Μοναχολογίω της Μονής» (ΣτΕ 1952/2000).

Συνεπώς, κάθε νόμιμη και έγκυρη μεταβολή στο περιεχόμενο του Μοναχολογίου της Ι. Μονής μας (όπως: διαγραφή μέλους Αδελφότητας, μετάπεμψις κ.λπ.), προϋποθέτει κατ’ αρχάς απόφαση της ίδιας της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η οποία πρέπει να ληφθεί από τα αρμόδια διοικητικά της όργανα, ώστε να ακολουθήσει η μητροπολιτική έγκριση. Σε καμία όμως περίπτωση και από οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη, προβλέπεται ότι τέτοια απόφαση μπορεί να ληφθεί από την Ι. Σύνοδο και την κεντρική διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος! Όπως δε θα εξηγήσουμε πιο κάτω, τέτοια έξωθεν απόφαση δεν μπορεί να υποχρεώσει τη Μονή σε τροποποίηση του Μοναχολογίου της, ακόμη και αν έχει το χαρακτήρα εκκλησιαστικής ποινής.

[4]. Ο χαρακτηρισμός των Μονών ως Ν.Π.Δ.Δ., ως σκοπό έχει, μεταξύ άλλων, και την αυξημένη πολιτειακή και νομική τους προστασία. Κύρια εκδήλωση της τελευταίας αποτελεί η ευρύτατη αυτοδιοίκηση, την οποία άλλωστε ανέκαθεν απολάμβαναν οι Μονές (Σ. Λύτρας, Η οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, Αθήνα 1993, 186 επ., Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Αθήνα 11η έκδοση, 388).

Οι Μονές, ειδικότερα, ως Ν.Π.Δ.Δ., αυτοδιοικούνται μέσω των αποφάσεων που λαμβάνουν τα νόμιμα και αρμόδια διοικητικά όργανα αυτών (Ηγούμενος, Ηγουμενοσυμβούλιο κ.λ.π.). Επιπλέον, απολαύουν σημαντικής αυτοδιοικήσεως έναντι και των άλλων εκκλησιαστικών αρχών (Ι. Συνόδου και οικείου Μητροπολίτη), οι οποίοι δεν επιτρέπεται να επεμβαίνουν στην εσωτερική διοίκηση και διαχείριση που ασκούν τα αρμόδια μοναστηριακά όργανα [άρθρ. 39 § 6 Ν. 590/1977, το οποίο, ορίζοντας κατά τρόπο εξαντλητικό και περιοριστικό τις αρμοδιότητες των Επισκόπων επί των Μονών, προβλέπει τα εξής: «Ο Μητροπολίτης ασκεί επί των Ιερών Μονών της επαρχίας αυτού την κατά τους ιερούς κανόνας πνευματικήν εποπτείαν δια την κανονικήν μνημόνευσιν του ονόματος αυτού εν ταις ιεραίς ακολουθίαις, την χειροθεσίαν του ηγουμένου, την έγκρισιν της κουράς των μοναχών, την ανάκρισιν των κανονικών παραπτωμάτων, την μέριμναν δια την κατά τους ιερούς κανόνας λειτουργίαν της μονής και τον έλεγχον της νομιμότητος της οικονομικής διαχειρίσεως αυτής»∙ πρβλ. άρθρ. 6 Κανονισμού 39/1972, το οποίο, ορίζοντας τις «Κανονικές Δικαιοδοσίες του Επισκόπου», απαριθμεί μεν αυτές,  προβλέποντας στην παρ. β αυτού ότι ο Επίσκοπος απλώς «β) ασκεί την ανωτάτην εποπτείαν πατρικώς και προστατευτικώς επί της Ι. Μονής και παρακολουθεί την ομαλήν κατά τους Θείους και Ι. Κανόνας λειτουργίαν αυτής», χωρίς όμως να προβλέπει και ανάμιξη του Επισκόπου στη διοίκηση της Μονής]. Ακόμη, οι διατάξεις της εκκλησιαστικής νομοθεσίας ουδεμία αρμοδιότητα προβλέπουν της Διαρκούς Ιεράς συνόδου, προς ανάμιξη στην εσωτερική οργάνωση και αυτοδιοίκηση των Μονών.
[5]. Όπως γίνεται αντιληπτό από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η Ι. Σύνοδος, λαμβάνοντας το επαχθές μέτρο της διαγραφής μας από το Μοναχολόγιο της Μονής, αποσκοπούσε να επιβάλλει είτε διοικητικό μέτρο είτε κατ’ ουσίαν εκκλησιαστική ποινή.

Εντούτοις, εδώ πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής:

(α) Σε κάθε περίπτωση, η Ι. Σύνοδος δεν μας κάλεσε σε προηγούμενη ακρόαση, ως όφειλε από τη συνταγματική και διοικητική νομοθεσία, αφού εμείς θιγόμαστε από το ληφθέν μέτρο. Αντιθέτως, η Ι. Σύνοδος, όπως καθομολογεί ατυχώς η ίδια στην προσβαλλόμενη απόφασή της, αρκέσθηκε σε μία εντελώς αόριστη επίκληση «πληροφοριών» περί των ενεργειών μας, ότι δήθεν δηλαδή εμείς, όπως ισχυρίζεται αναπόδεικτα, επιδείξαμε «πνεύμα ανυπακοής», που οδηγούσε σε «διάσπαση της ενότητος» της Αδελφότητος.

Με το μη νόμιμο ωστόσο αυτό ‘αιτιολογικό’, η προσβαλλόμενη πράξη παραβιάζει προδήλως τη θεμελιώδη συνταγματική υποχρέωση της ίδιας και αντιστοίχως του δικαιώματός μας περί της προηγούμενης ακροάσεως (άρθρο 20 § 2 Συντάγματος, άρθρο 6 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας).

(β) Την ανωτέρω όμως υποχρέωση υπέχει η Διαρκής Ι. Σύνοδος, ως διοικητική αρχή, και στην περίπτωση που, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη πράξη, σκοπούσε σε επιβολή εκκλησιαστικής ποινής.

Πέραν όμως αυτού, τέτοια εκκλησιαστική ποινή δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν. 5383/1932, «περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας», αφού, σύμφωνα με το άρθ. 11 (Ποιναί επιβλητέαι εις μοναχούς) του εν λόγω νόμου: «Το Επισκοπικόν Δικαστήριον δύναται να επιβάλη εις τους μοναχούς και αγάμους κληρικούς τας εξής ποινάς, εφ’ όσον δεν ορίζεται ετέρα τις υπό ειδικού τινος νόμου: α) Επίπληξιν, β) Επί ιερωμένων, αργίαν από πάσης ιεροπραξίας μέχρις ενός έτους, γ) Σωματικόν περιορισμόν εν τω σωφρονιστηρίω της οικείας μονής μέχρι δύο μηνών, δ) Σωματικόν περιορισμόν μέχρι 3 ετών εν τω ειδικώ σωφρονιστηρίω των κληρικών ή εν άλλη μονή, ε) Έκπτωσιν από του αξιώματος (οφφικίου) ή της θέσεως». Ακόμη όμως και η επιβολή των πιο πάνω ποινών μπορεί να γίνει μόνον από το Επισκοπικό Δικαστήριο, και όχι βεβαίως την Δ. Ι. Σύνοδο.

Τέλος, οποιαδήποτε έγκυρη επιβολή ποινής δεν γίνεται δι’ αλληλογραφίας, αλλά με συνεπή τήρηση της δικονομικής διαδικασίας του Ν. 5383/1932, κάτι που όμως εδώ ουδόλως προηγήθηκε [βλ. σχετικώς ΑναστΣτΕ 1138/2009, ΤΝΠ ‘Νόμος’ (556237): εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 5383/1932 και επιβολή από Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο της ποινής της καθαίρεσης, με αφαίρεση του μοναχικού σχήματος και διαγραφή από το μοναχολόγιο της μονής]. Έτσι λοιπόν, η ποινή της διαγραφής από το Μοναχολόγιο, που επιβλήθηκε από την υπό κρίση Συνοδική απόφαση 4715/2079, είναι ανυπόστατη.

ΙΙΙ. Λόγοι ακυρώσεως

Η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη τυγχάνει ακυρωτέα, λόγω αναρμοδιότητας της διοικητικής αρχής που την εξέδωσε (1), παραβάσεως ουσιώδους διαδικαστικού τύπου (2) καθώς και σωρευτικής παραβιάσεως διατάξεων νόμων (3).

Ειδικότερα:
[1]. Συντρέχει λόγος αναρμοδιότητας (άρθ. 48 Π.Δ. 18/1989), διότι από ουδεμία διάταξη νόμου προβλέπεται αρμοδιότητα της Διαρκούς Ι. Συνόδου να προβεί σε έκδοση μίας τέτοιας πράξεως, όπως είναι η προσβαλλόμενη.

Ως γνωστόν, η αρμοδιότητα αποτελεί συνιστώσα της αρχής της νομιμότητας, που (πρέπει να) διέπει τη δράση κάθε διοικητικού οργάνου. Στο πλαίσιο αυτό, το αρμόδιο για την άσκηση ορισμένης διοικητικής δράσεως διοικητικό όργανο καθορίζεται από τους κανόνες της διοικητικής νομοθεσίας, οι οποίοι έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού (και όχι ενδοτικού) δικαίου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διαγραφή από το Μοναχολόγιο γίνεται μόνον από τα διοικητικά όργανα της οικείας Ι. Μονή, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου μοναχού μέλους της, εφόσον αυτός προτίθεται να αποχωρήσει προκειμένου να εγγραφεί σε άλλη Ι. Μονή, της ίδιας ή άλλης επισκοπικής περιφέρειας. Ουδεμία διάταξη νόμου προβλέπει αρμοδιότητα της Ι. Συνόδου να «εντέλλεται» τέτοια διαγραφή, με οποιοδήποτε μορφή (διοικητικό μέτρο ή εκκλησιαστική ποινή).

[2]. Παράβαση ουσιώδους διαδικαστικού τύπου. Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη Συνοδική πράξη εκδόθηκε χωρίς τήρηση της νόμιμης υποχρεώσεως κλήσεως του διοικουμένου σε προηγούμενη ακρόαση (άρθρο 6 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, άρθρο 20 § 2 Συντάγματος). Αντιθέτως, η Ι. Σύνοδος αρκέσθηκε, όπως η ίδια σημειώνει, σε «πληροφορίες» που είχε, αόριστες, γενικές και πάντως όχι προερχόμενες από εμάς, στο πλαίσιο νόμιμης κλήσεώς μας να εκθέσουμε τις απόψεις μας ενώπιον της ΔΙΣ.

[3]. Σωρευτική παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων νόμων. Ειδικότερα:

(α) Παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 20 § 2 Συντάγματος και 6 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου.

(β) Παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 11 Ν. 5383/1932, που δεν προβλέπουν ποινή «διαγραφής από το Μοναχολόγιο». Αντίθετα, η συγκεκριμένη ενέργεια δεν αποτελεί παρά μία απλή απόφαση του Μοναχού να αποχωρήσει από τη Μονή του προκειμένου αυτός να εγγραφεί στο Μοναχολόγιο άλλης Μονής, της ίδιας ή άλλης επισκοπικής περιφέρειας. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διαδικασία προϋποθέτει αίτηση του ενδιαφερόμενου μοναχού προς τη Μονή όπου είναι εγγεγραμμένος. Ουδεμία ωστόσο διάταξη νόμου προβλέπει δυνατότητα της Ι. Συνόδου να «εντέλλεται» άνωθεν και έξωθεν τέτοια διαγραφή.

(γ) Παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του Συντάγματος (25 § 1 εδ. ε΄), που προβλέπουν την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, όταν λαμβάνονται διοικητικά μέτρα περιορισμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Εν προκειμένω, το μέτρο που ελήφθη με τις προσβαλλόμενες πράξεις συνιστά βαρύτατη διοικητική κύρωση, που έχει ως αποτέλεσμα οι διοικούμενοι (Μονή και μέλη της Αδελφότητας) να υπόκεινται σε ακραίο και δυσανάλογο διοικητικό κολασμό. Υπό αυτήν όμως την έννοια, οι εν λόγω πράξεις παρίστανται ως μη νόμιμες, αφενός μεν διότι αποσκοπούν στην τιμωρία των διοικουμένων (και όχι, ως θα όφειλαν, στη διασφάλιση της λειτουργίας της διοικήσεως), αφετέρου δε διότι έχουν τόσο δυσανάλογο περιεχόμενο, ώστε να μην ανταποκρίνονται στις στοιχειώδεις καν σταθμίσεις που επιβάλλει η αρχή της αναλογικότητας.

Επειδή η προσβαλλόμενη Συνοδική πράξη εκδόθηκε από ολοσχερώς αναρμόδιο διοικητικό όργανο, είναι ολοσχερώς παράνομη διοικητική πράξη. Επιπλέον, επειδή εκδόθηκε και κατά νόσφιση εξουσίας, δεν είναι εξοπλισμένη με το ‘τεκμήριο νομιμότητας’ και δεν παράγει τις οποιεσδήποτε έννομες συνέπειες ή δεσμεύσεις.

Επειδή η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφορά πνευματικά ή δογματικά ζητήματα (ΣτΕ 4470/1976, ΣτΕ 2260 και 2267/1977) αλλά αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, δεκτική, ως εκ του λόγου τούτου, προσβολής δι’ αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 545/1978, 960/1978, 2991/1996 κ.ά., Β. Οικονομοπούλου, Αίτηση Ακυρώσεως, ό.π., σ. 41-43).

Επειδή βασίμως και εμπροθέσμως ζητείται η ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξεως για αναρμοδιότητα, παραβίαση διαδικαστικών τύπων και σωρευτική παράβαση διατάξεων νόμων, κατά τα αναλυτικώς προλεχθέντα.


Επειδή έχουμε προφανέστατο έννομο συμφέρον προς άσκηση της παρούσας αιτήσεως ακυρώσεως (άρθ. 47 Π.Δ. 18/1989), διότι με από την προσβαλλόμενη εκτελεστή διοικητική πράξη επιχειρείται βίαιη προσβολή των ηθικών και υλικών δικαιωμάτων μας, όπως και της υπηρεσιακής μας καταστάσεως. Συντρέχει, άρα, πλήρως η προϋπόθεση του άμεσου και ενεστώτος υλικού και ηθικού εννόμου συμφέροντός μας προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως.

Επειδή κατά τα ανωτέρω νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά προσβάλλουμε την υπό κρίση εκτελεστή διοικητική πράξη.


Επειδή κατά την άσκηση της παρούσας καταβλήθηκαν τα νόμιμα τέλη και παράβολα.


ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

και για όσους λόγους νόμιμα και εμπρόθεσμα θα προσθέσουμε με ιδιαίτερο δικόγραφο Πρόσθετων Λόγων, και με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός μας

ΑΙΤΟΥΜΕΘΑ

Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση ακυρώσεώς μας σε όλο το περιεχόμενο αυτής (ιστορικό, νομικό και αιτητικό).

Να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 4715/207/9/23.10.2012 Πράξη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Αντίκλητό μας διορίζουμε τον Δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών Γεώργιο Ι. Παπαδάκη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 22775), οδός Πατριάρχου Ιωακείμ αριθμ. 19 (Κολωνάκι), τηλ. 210 7254694.

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος

     Αθήνα, 19 Δεκεμβρίου 2012»
Επειδή, όπως είναι απολύτως προφανές, από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης άνω πράξεως θα υποστούμε οι αιτούντες ανεπανόρθωτη βλάβη, n οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί ακόμη και σε περίπτωση ευδοκιμήσεως -πολύ αργότερα, είναι η αλήθεια- της ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεώς μας. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη συνοδική πράξη, παρότι είναι εντελώς ανίσχυρη για όσους λόγους αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως, εντούτοις με την εκτέλεσή της δεν επάγεται, όπως γίνεται από το ιστορικό και νομικό μέρος της αιτήσεως ακυρώσεως καταφανές, ένα απλό επαχθές μέτρο σε βάρος μας, αλλά οδηγούν στην, κατ’ ενάσκηση νοσφίσεως εξουσίας, άρση της ιδιότητάς μας ως μελών της Μονής την οποία ιδρύσαμε, στην οποία επί 32 και 23 ολόκληρα συναπτά έτη ζούμε αντίστοιχα, και την οποία έχουμε ταυτίσει με την ίδια μας τη ζωή αλλά και την αποστολή μας, ως κληρικών.

Τυχόν εκτέλεση της προσβαλλόμενης, εντελώς παράνομης, συνοδικής πράξεως, θα έχει ως άμεσο και μη αναστρέψιμο αποτέλεσμα την πλήρη αποκοπή μας από το νομικό πρόσωπο της Μονής μας, που είναι η οικογένειά μας, δηλαδή η Αδελφότητα στην οποία ανήκουμε και με τα μέλη της οποίας είμαστε επί μία ολόκληρη ζωή ταυτισμένοι. Και τούτο, χωρίς να παρίστανται στοιχειωδώς υπαρκτοί λόγοι που να δικαιολογούν μία τόσο ακραία και βάναυση ενέργεια, αφού ουδέποτε πράξαμε ή αισθανθήκαμε κάτι το οποίο να μάς χωρίζει από την Μοναστική Αδελφότητα-Οικογένειά μας.

Όπως προκύπτει από τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στην συνημμένη αίτηση ακυρώσεως, μόνον εμείς οι ίδιοι ή η Μονή μας μπορούμε να λάβουμε απόφαση για την επιδιωκόμενη από τη Διαρκή Ι. Σύνοδό απομάκρυνσή μας και τη νομική-διοικητική αποκοπή μας από την Αδελφότητα, στην οποία είμαστε εγγεγραμμένοι.

Άλλωστε, η προηγούμενη επιβολή σε βάρος μας από τη Σύνοδο του επιτιμίου της ακοινωνησίας [συνημ. 3], μάς στερεί τη δυνατότητα ακόμη και του ανθρώπινου βιοπορισμού, ο οποίος μέχρι στιγμής επιτυγχάνεται από τη Μονή της εγκαταβιώσεώς μας. Ελπίδα προς τούτο δεν μπορούμε να εναποθέσουμε ούτε στην προϊσταμένη μας εκκλησιαστική αρχή, δηλαδή την Ι. Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, ο Μητροπολίτης της οποίας έφθασε στο πρωτοφανές σημείο να επιδιώξει ακόμη και τον αναγκαστικό πλειστηριασμό της πατρικής οικίας του πρώτου των αιτούντων! [συνημ. 4].

Συνεπώς, κυρίες και κύριοι Δικαστές, μετά από την τυχόν άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ειλικρινά δεν θα έχουμε πού να καταφύγουμε! Θα είμαστε εκτός του Νομικού Προσώπου της Μονής μας αλλά και θα συνεχίσει να μάς καταδιώκει ο Μητροπολίτης, επιδιώκοντας την προσωπική και οικονομική μας συντριβή. Κατ’ ουσίαν, μόνη και ανεξέλεγκτη διοικητική αρχή μας θα καταστεί άμεσα αυτός μόνος ο Μητροπολίτης, ο οποίος έχει μέχρι σήμερα δείξει, όπως εκτέθηκε, με τρόπο σαφή και απτό τις εχθρικές του διαθέσεις σε βάρος της Αδελφότητάς μας, δυνάμενος πλέον να προβεί ανεξέλεγκτα σε προσωπικό διωγμό μας, ως ανυπεράσπιστων μοναχών.

Επειδή η χορήγηση της αιτουμένης αναστολής εκτελέσεως των προσβαλλόμενης με την αίτηση ακυρώσεως διοικητικής πράξεως, δεν αντίκειται στο δημόσιο ή το γενικότερο συμφέρον, το αντίθετο μάλιστα: το τελευταίο υπαγορεύει την προστασία της προσωπικότητας και της παραμονής μας στη μονή της εγκαταβιώσεως ημών των αιτούντων.

Επειδή έχει γίνει νομολογιακά δεκτό ότι αναστέλλεται η εκδοθείσα διοικητική πράξη όταν η κατ' αυτής αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη, διότι δεν τηρήθηκε το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης (20 παρ. 2 Συντ.) [ίδετε ΣτΕ 988/2006 (Αναστολών), Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ 451893].

Επειδή έχει γίνει νομολογιακά δεκτό ότι δέον όπως αναστέλλονται διοικητικές πράξεις που οδηγούν τους διοικούμενους σε οικονομική εξαθλίωση [ίδετε ΔΕφΑθ 116/2007 (Αναστολών), Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ 483464].

Επειδή ενόψει των παραπάνω, συντρέχει εν προκειμένω νόμιμη περίπτωση χορηγήσεως προσωρινής αναστολής και προ της παρόδου της εξαήμερης προθεσμίας για την αποστολή του φακέλου από τη διοικητική αρχή, καθόσον n περί­πτωση μας είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους απολύτως επείγουσα.

Επειδή n αίτησή μας είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής, ασκείται δε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να γίνει δεκτή.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ -          ΑΙΤΟΥΜΑΣΤΕ

Να γίνει δεκτή n αίτησή μας.

Να ανασταλεί (με οριστική απόφαση) και μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της από 19-12-2012 αιτήσεως ακυρώσεώς μου n εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξεως υπ’ αριθμ. 4715/207/9/23.10.2012 της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.


Να εκδοθεί προσωρινή απόφαση-διαταγή του Δικαστηρίου Σας για προσωρινή αναστολή εκτέλεσης των άνω προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων, μέχρι την αποστολή του φακέλου από τη διοικητική αρχή και

Να καταδικασθεί η καθής στη δικαστική μου δαπάνη.

Αθήνα, 19-12-2012

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου